to compete, take part in a competition or examination
Πλήρης κλίση του ρήματος διαγωνίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαγωνίζομαι
εσύ διαγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαγωνίζεται
εμείς διαγωνιζόμαστε
εσείς διαγωνίζεστε / διαγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγωνίζονται
Παρατατικός
εγώ διαγωνιζόμουν / διαγωνιζόμουνα
εσύ διαγωνιζόσουν / διαγωνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαγωνιζόταν / διαγωνιζότανε
εμείς διαγωνιζόμασταν / διαγωνιζόμαστε
εσείς διαγωνιζόσασταν / διαγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγωνίζονταν / διαγωνιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαγωνίστηκα
εσύ διαγωνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαγωνίστηκε
εμείς διαγωνιστήκαμε
εσείς διαγωνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγωνίστηκαν / διαγωνιστήκαν / διαγωνιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαγωνίζομαι
εσύ θα διαγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγωνίζεται
εμείς θα διαγωνιζόμαστε
εσείς θα διαγωνίζεστε / θα διαγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγωνίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαγωνιστώ
εσύ θα διαγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγωνιστεί
εμείς θα διαγωνιστούμε
εσείς θα διαγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγωνιστούν / θα διαγωνιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαγωνιστώ
εσύ να διαγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαγωνιστεί
εμείς να διαγωνιστούμε
εσείς να διαγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαγωνιστούν / διαγωνιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαγωνιστεί
εσύ έχεις διαγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαγωνιστεί
εμείς έχουμε διαγωνιστεί
εσείς έχετε διαγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαγωνιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαγωνιστεί
εσύ είχες διαγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαγωνιστεί
εμείς είχαμε διαγωνιστεί
εσείς είχατε διαγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαγωνιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαγωνιστεί
εσύ θα έχεις διαγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαγωνιστεί
εμείς θα έχουμε διαγωνιστεί
εσείς θα έχετε διαγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαγωνιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαγωνίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαγωνίσου
(εσείς) διαγωνιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
διαγωνιζόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαγωνιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.