synonym of λεηλατώ (leïlató, “to pillage, to plunder”)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαγουμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαγουμίζω
εσύ διαγουμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό διαγουμίζει
εμείς διαγουμίζουμε
εσείς διαγουμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγουμίζουν / διαγουμίζουνε
Παρατατικός
εγώ διαγούμιζα
εσύ διαγούμιζες
αυτός/αυτή/αυτό διαγούμιζε
εμείς διαγουμίζαμε
εσείς διαγουμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγούμιζαν / διαγουμίζαν / διαγουμίζανε
Αόριστος
εγώ διαγούμισα
εσύ διαγούμισες
αυτός/αυτή/αυτό διαγούμισε
εμείς διαγουμίσαμε
εσείς διαγουμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγούμισαν / διαγουμίσαν / διαγουμίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαγουμίζω
εσύ θα διαγουμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγουμίζει
εμείς θα διαγουμίζουμε
εσείς θα διαγουμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγουμίζουν / θα διαγουμίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαγουμίσω
εσύ θα διαγουμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγουμίσει
εμείς θα διαγουμίσουμε
εσείς θα διαγουμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγουμίσουν / θα διαγουμίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαγουμίσω
εσύ να διαγουμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαγουμίσει
εμείς να διαγουμίσουμε
εσείς να διαγουμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαγουμίσουν / διαγουμίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαγουμίσει
εσύ έχεις διαγουμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαγουμίσει
εμείς έχουμε διαγουμίσει
εσείς έχετε διαγουμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαγουμίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαγουμίσει
εσύ είχες διαγουμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαγουμίσει
εμείς είχαμε διαγουμίσει
εσείς είχατε διαγουμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαγουμίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαγουμίσει
εσύ θα έχεις διαγουμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαγουμίσει
εμείς θα έχουμε διαγουμίσει
εσείς θα έχετε διαγουμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαγουμίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) διαγούμιζε
(εσείς) διαγουμίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαγούμισε
(εσείς) διαγουμίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ διαγουμίζομαι
εσύ διαγουμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαγουμίζεται
εμείς διαγουμιζόμαστε
εσείς διαγουμίζεστε / διαγουμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγουμίζονται
Παρατατικός
εγώ διαγουμιζόμουν / διαγουμιζόμουνα
εσύ διαγουμιζόσουν / διαγουμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαγουμιζόταν / διαγουμιζότανε
εμείς διαγουμιζόμασταν / διαγουμιζόμαστε
εσείς διαγουμιζόσασταν / διαγουμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγουμίζονταν / διαγουμιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ διαγουμίστηκα
εσύ διαγουμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαγουμίστηκε
εμείς διαγουμιστήκαμε
εσείς διαγουμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαγουμίστηκαν / διαγουμιστήκαν / διαγουμιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα διαγουμίζομαι
εσύ θα διαγουμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγουμίζεται
εμείς θα διαγουμιζόμαστε
εσείς θα διαγουμίζεστε / θα διαγουμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγουμίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαγουμιστώ
εσύ θα διαγουμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαγουμιστεί
εμείς θα διαγουμιστούμε
εσείς θα διαγουμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαγουμιστούν / θα διαγουμιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να διαγουμιστώ
εσύ να διαγουμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαγουμιστεί
εμείς να διαγουμιστούμε
εσείς να διαγουμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαγουμιστούν / διαγουμιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω διαγουμιστεί
εσύ έχεις διαγουμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαγουμιστεί
εμείς έχουμε διαγουμιστεί
εσείς έχετε διαγουμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαγουμιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα διαγουμιστεί
εσύ είχες διαγουμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαγουμιστεί
εμείς είχαμε διαγουμιστεί
εσείς είχατε διαγουμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαγουμιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω διαγουμιστεί
εσύ θα έχεις διαγουμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαγουμιστεί
εμείς θα έχουμε διαγουμιστεί
εσείς θα έχετε διαγουμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαγουμιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) διαγουμίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) διαγουμίσου
(εσείς) διαγουμιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
διαγουμίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας διαγουμίσει
Μετοχή παρακειμένου
διαγουμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
διαγουμίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
διαγουμιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.