Κλίση του ρήματος διαβεβαιώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

διαβεβαιώνω
to assure (somebody of something)
Πλήρης κλίση του ρήματος διαβεβαιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαβεβαιώνω
εσύ διαβεβαιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαιώνει
εμείς διαβεβαιώνουμε
εσείς διαβεβαιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαιώνουν / διαβεβαιώνουνε

Παρατατικός

εγώ διαβεβαίωνα
εσύ διαβεβαίωνες
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαίωνε
εμείς διαβεβαιώναμε
εσείς διαβεβαιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαίωναν / διαβεβαιώναν / διαβεβαιώνανε

Αόριστος

εγώ διαβεβαίωσα
εσύ διαβεβαίωσες
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαίωσε
εμείς διαβεβαιώσαμε
εσείς διαβεβαιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαίωσαν / διαβεβαιώσαν / διαβεβαιώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαβεβαιώνω
εσύ θα διαβεβαιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαβεβαιώνει
εμείς θα διαβεβαιώνουμε
εσείς θα διαβεβαιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαβεβαιώνουν / θα διαβεβαιώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαβεβαιώσω
εσύ θα διαβεβαιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα διαβεβαιώσει
εμείς θα διαβεβαιώσουμε
εσείς θα διαβεβαιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαβεβαιώσουν / θα διαβεβαιώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαβεβαιώσω
εσύ να διαβεβαιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να διαβεβαιώσει
εμείς να διαβεβαιώσουμε
εσείς να διαβεβαιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαβεβαιώσουν / διαβεβαιώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαβεβαιώσει
εσύ έχεις διαβεβαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαβεβαιώσει
εμείς έχουμε διαβεβαιώσει
εσείς έχετε διαβεβαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαβεβαιώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαβεβαιώσει
εσύ είχες διαβεβαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαβεβαιώσει
εμείς είχαμε διαβεβαιώσει
εσείς είχατε διαβεβαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαβεβαιώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαβεβαιώσει
εσύ θα έχεις διαβεβαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαβεβαιώσει
εμείς θα έχουμε διαβεβαιώσει
εσείς θα έχετε διαβεβαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαβεβαιώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) διαβεβαίωνε
(εσείς) διαβεβαιώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διαβεβαίωσε
(εσείς) διαβεβαιώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ διαβεβαιώνομαι
εσύ διαβεβαιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαιώνεται
εμείς διαβεβαιωνόμαστε
εσείς διαβεβαιώνεστε / διαβεβαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαιώνονται

Παρατατικός

εγώ διαβεβαιωνόμουν / διαβεβαιωνόμουνα
εσύ διαβεβαιωνόσουν / διαβεβαιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαιωνόταν / διαβεβαιωνότανε
εμείς διαβεβαιωνόμασταν / διαβεβαιωνόμαστε
εσείς διαβεβαιωνόσασταν / διαβεβαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαιώνονταν / διαβεβαιωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ διαβεβαιώθηκα
εσύ διαβεβαιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό διαβεβαιώθηκε
εμείς διαβεβαιωθήκαμε
εσείς διαβεβαιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά διαβεβαιώθηκαν / διαβεβαιωθήκαν / διαβεβαιωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα διαβεβαιώνομαι
εσύ θα διαβεβαιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα διαβεβαιώνεται
εμείς θα διαβεβαιωνόμαστε
εσείς θα διαβεβαιώνεστε / θα διαβεβαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαβεβαιώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα διαβεβαιωθώ
εσύ θα διαβεβαιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα διαβεβαιωθεί
εμείς θα διαβεβαιωθούμε
εσείς θα διαβεβαιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα διαβεβαιωθούν / θα διαβεβαιωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να διαβεβαιωθώ
εσύ να διαβεβαιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να διαβεβαιωθεί
εμείς να διαβεβαιωθούμε
εσείς να διαβεβαιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να διαβεβαιωθούν / διαβεβαιωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω διαβεβαιωθεί
εσύ έχεις διαβεβαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει διαβεβαιωθεί
εμείς έχουμε διαβεβαιωθεί
εσείς έχετε διαβεβαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν διαβεβαιωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα διαβεβαιωθεί
εσύ είχες διαβεβαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε διαβεβαιωθεί
εμείς είχαμε διαβεβαιωθεί
εσείς είχατε διαβεβαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν διαβεβαιωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω διαβεβαιωθεί
εσύ θα έχεις διαβεβαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει διαβεβαιωθεί
εμείς θα έχουμε διαβεβαιωθεί
εσείς θα έχετε διαβεβαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν διαβεβαιωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) διαβεβαιώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) διαβεβαιώσου
(εσείς) διαβεβαιωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

διαβεβαιώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας διαβεβαιώσει

Μετοχή παρακειμένου

διαβεβαιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

διαβεβαιώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

διαβεβαιωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.