Κλίση του ρήματος δημοπρατώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δημοπρατώ
to auction
Πλήρης κλίση του ρήματος δημοπρατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δημοπρατώ
εσύ δημοπρατείς
αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατεί
εμείς δημοπρατούμε
εσείς δημοπρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατούν / δημοπρατούνε

Παρατατικός

εγώ δημοπρατούσα
εσύ δημοπρατούσες
αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατούσε
εμείς δημοπρατούσαμε
εσείς δημοπρατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατούσαν / δημοπρατούσανε

Αόριστος

εγώ δημοπρατησα
εσύ δημοπρατησες
αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατησε
εμείς δημοπρατήσαμε
εσείς δημοπρατήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατησαν / δημοπρατήσαν / δημοπρατήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δημοπρατώ
εσύ θα δημοπρατείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δημοπρατεί
εμείς θα δημοπρατούμε
εσείς θα δημοπρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημοπρατούν / θα δημοπρατούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δημοπρατήσω
εσύ θα δημοπρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δημοπρατήσει
εμείς θα δημοπρατήσουμε
εσείς θα δημοπρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημοπρατήσουν / θα δημοπρατήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δημοπρατήσω
εσύ να δημοπρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δημοπρατήσει
εμείς να δημοπρατήσουμε
εσείς να δημοπρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δημοπρατήσουν / δημοπρατήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δημοπρατήσει
εσύ έχεις δημοπρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δημοπρατήσει
εμείς έχουμε δημοπρατήσει
εσείς έχετε δημοπρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δημοπρατήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δημοπρατήσει
εσύ είχες δημοπρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δημοπρατήσει
εμείς είχαμε δημοπρατήσει
εσείς είχατε δημοπρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δημοπρατήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δημοπρατήσει
εσύ θα έχεις δημοπρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δημοπρατήσει
εμείς θα έχουμε δημοπρατήσει
εσείς θα έχετε δημοπρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δημοπρατήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δημοπρατείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δημοπρατησε
(εσείς) δημοπρατήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δημοπρατούμαι
εσύ δημοπρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατείται
εμείς δημοπρατούμαστε / δημοπρατούμεθα
εσείς δημοπρατείστε / δημοπρατείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατούνταν
εμείς δημοπρατούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατούνταν

Αόριστος

εγώ δημοπρατήθηκα
εσύ δημοπρατήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δημοπρατήθηκε
εμείς δημοπρατηθήκαμε
εσείς δημοπρατηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δημοπρατήθηκαν / δημοπρατηθήκαν / δημοπρατηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δημοπρατούμαι
εσύ θα δημοπρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δημοπρατείται
εμείς θα δημοπρατούμαστε / θα δημοπρατούμεθα
εσείς θα δημοπρατείστε / θα δημοπρατείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημοπρατούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δημοπρατηθώ
εσύ θα δημοπρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δημοπρατηθεί
εμείς θα δημοπρατηθούμε
εσείς θα δημοπρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημοπρατηθούν / θα δημοπρατηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δημοπρατηθώ
εσύ να δημοπρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δημοπρατηθεί
εμείς να δημοπρατηθούμε
εσείς να δημοπρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δημοπρατηθούν / δημοπρατηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δημοπρατηθεί
εσύ έχεις δημοπρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δημοπρατηθεί
εμείς έχουμε δημοπρατηθεί
εσείς έχετε δημοπρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δημοπρατηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δημοπρατηθεί
εσύ είχες δημοπρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δημοπρατηθεί
εμείς είχαμε δημοπρατηθεί
εσείς είχατε δημοπρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δημοπρατηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δημοπρατηθεί
εσύ θα έχεις δημοπρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δημοπρατηθεί
εμείς θα έχουμε δημοπρατηθεί
εσείς θα έχετε δημοπρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δημοπρατηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δημοπρατείστε / δημοπρατείσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δημοπρατήσου
(εσείς) δημοπρατηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δημοπρατώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δημοπρατήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δημοπρατούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δημοπρατημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δημοπρατήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δημοπρατηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.