Κλίση του ρήματος δημεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δημεύω
to confiscate (by the government)
Πλήρης κλίση του ρήματος δημεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δημεύω
εσύ δημεύεις
αυτός/αυτή/αυτό δημεύει
εμείς δημεύουμε
εσείς δημεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά δημεύουν / δημεύουνε

Παρατατικός

εγώ δήμευα
εσύ δήμευες
αυτός/αυτή/αυτό δήμευε
εμείς δημεύαμε
εσείς δημεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά δήμευαν / δημεύαν / δημεύανε

Αόριστος

εγώ δήμευσα
εσύ δήμευσες
αυτός/αυτή/αυτό δήμευσε
εμείς δημεύσαμε
εσείς δημεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δήμευσαν / δημεύσαν / δημεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δημεύω
εσύ θα δημεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δημεύει
εμείς θα δημεύουμε
εσείς θα δημεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημεύουν / θα δημεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δημεύσω
εσύ θα δημεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δημεύσει
εμείς θα δημεύσουμε
εσείς θα δημεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημεύσουν / θα δημεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δημεύσω
εσύ να δημεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δημεύσει
εμείς να δημεύσουμε
εσείς να δημεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δημεύσουν / δημεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δημεύσει
εσύ έχεις δημεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δημεύσει
εμείς έχουμε δημεύσει
εσείς έχετε δημεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δημεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δημεύσει
εσύ είχες δημεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δημεύσει
εμείς είχαμε δημεύσει
εσείς είχατε δημεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δημεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δημεύσει
εσύ θα έχεις δημεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δημεύσει
εμείς θα έχουμε δημεύσει
εσείς θα έχετε δημεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δημεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) δήμευε
(εσείς) δημεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δήμευσε
(εσείς) δημεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δημεύομαι
εσύ δημεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δημεύεται
εμείς δημευόμαστε
εσείς δημεύεστε / δημευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δημεύονται

Παρατατικός

εγώ δημευόμουν / δημευόμουνα
εσύ δημευόσουν / δημευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δημευόταν / δημευότανε
εμείς δημευόμασταν / δημευόμαστε
εσείς δημευόσασταν / δημευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δημεύονταν / δημευόντουσαν

Αόριστος

εγώ δημεύτηκα / δημεύθηκα
εσύ δημεύτηκες / δημεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δημεύτηκε / δημεύθηκε
εμείς δημευτήκαμε / δημευθήκαμε
εσείς δημευτήκατε / δημευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δημεύτηκαν / δημευτήκαν / δημευτήκανε / δημεύθηκαν / δημευθήκαν / δημευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δημεύομαι
εσύ θα δημεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δημεύεται
εμείς θα δημευόμαστε
εσείς θα δημεύεστε / θα δημευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δημευτώ / θα δημευθώ
εσύ θα δημευτείς / θα δημευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δημευτεί / θα δημευθεί
εμείς θα δημευτούμε / θα δημευθούμε
εσείς θα δημευτείτε / θα δημευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δημευτούν / θα δημευτούνε / θα δημευθούν / θα δημευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δημευτώ / δημευθώ
εσύ να δημευτείς / δημευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δημευτεί / δημευθεί
εμείς να δημευτούμε / δημευθούμε
εσείς να δημευτείτε / δημευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δημευτούν / δημευτούνε / δημευθούν / δημευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δημευτεί / δημευθεί
εσύ έχεις δημευτεί / δημευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δημευτεί / δημευθεί
εμείς έχουμε δημευτεί / δημευθεί
εσείς έχετε δημευτεί / δημευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δημευτεί / δημευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δημευτεί / δημευθεί
εσύ είχες δημευτεί / δημευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δημευτεί / δημευθεί
εμείς είχαμε δημευτεί / δημευθεί
εσείς είχατε δημευτεί / δημευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δημευτεί / δημευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δημευτεί / δημευθεί
εσύ θα έχεις δημευτεί / δημευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δημευτεί / δημευθεί
εμείς θα έχουμε δημευτεί / δημευθεί
εσείς θα έχετε δημευτεί / δημευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δημευτεί / δημευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δημεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δημεύσου
(εσείς) δημευτείτε / δημευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δημεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δημεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

δημευόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

δημευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δημεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δημευτεί / δημευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.