to dominate, domineer
Πλήρης κλίση του ρήματος δεσπόζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δεσπόζω
εσύ δεσπόζεις
αυτός/αυτή/αυτό δεσπόζει
εμείς δεσπόζουμε
εσείς δεσπόζετε
αυτοί/αυτές/αυτά δεσπόζουν / δεσπόζουνε
Παρατατικός
εγώ δέσποζα
εσύ δέσποζες
αυτός/αυτή/αυτό δέσποζε
εμείς δεσπόζαμε
εσείς δεσπόζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δέσποζαν / δεσπόζαν / δεσπόζανε
Αόριστος
εγώ δέσποσα
εσύ δέσποσες
αυτός/αυτή/αυτό δέσποσε
εμείς δεσπόσαμε
εσείς δεσπόσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δέσποσαν / δεσπόσαν / δεσπόσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δεσπόζω
εσύ θα δεσπόζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δεσπόζει
εμείς θα δεσπόζουμε
εσείς θα δεσπόζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δεσπόζουν / θα δεσπόζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεσπόσω
εσύ θα δεσπόσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δεσπόσει
εμείς θα δεσπόσουμε
εσείς θα δεσπόσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δεσπόσουν / θα δεσπόσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δεσπόσω
εσύ να δεσπόσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δεσπόσει
εμείς να δεσπόσουμε
εσείς να δεσπόσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δεσπόσουν / δεσπόσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δεσπόσει
εσύ έχεις δεσπόσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δεσπόσει
εμείς έχουμε δεσπόσει
εσείς έχετε δεσπόσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δεσπόσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δεσπόσει
εσύ είχες δεσπόσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δεσπόσει
εμείς είχαμε δεσπόσει
εσείς είχατε δεσπόσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δεσπόσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δεσπόσει
εσύ θα έχεις δεσπόσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δεσπόσει
εμείς θα έχουμε δεσπόσει
εσείς θα έχετε δεσπόσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δεσπόσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δέσποζε
(εσείς) δεσπόζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δέσποσε
(εσείς) δεσπόστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δεσπόζουσα / δεσπόζοντας / also passive present participle: δεσποζόμενος, -η, -ο / έχοντας δεσπόσει
Απαρέμφατο
δεσπόσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.