Κλίση του ρήματος δειγματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δειγματίζω
to sample, take a sample
Πλήρης κλίση του ρήματος δειγματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δειγματίζω
εσύ δειγματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό δειγματίζει
εμείς δειγματίζουμε
εσείς δειγματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγματίζουν / δειγματίζουνε

Παρατατικός

εγώ δειγμάτιζα
εσύ δειγμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό δειγμάτιζε
εμείς δειγματίζαμε
εσείς δειγματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγμάτιζαν / δειγματίζαν / δειγματίζανε

Αόριστος

εγώ δειγμάτισα
εσύ δειγμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό δειγμάτισε
εμείς δειγματίσαμε
εσείς δειγματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγμάτισαν / δειγματίσαν / δειγματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δειγματίζω
εσύ θα δειγματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δειγματίζει
εμείς θα δειγματίζουμε
εσείς θα δειγματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δειγματίζουν / θα δειγματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δειγματίσω
εσύ θα δειγματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δειγματίσει
εμείς θα δειγματίσουμε
εσείς θα δειγματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δειγματίσουν / θα δειγματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δειγματίσω
εσύ να δειγματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δειγματίσει
εμείς να δειγματίσουμε
εσείς να δειγματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δειγματίσουν / δειγματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δειγματίσει
εσύ έχεις δειγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δειγματίσει
εμείς έχουμε δειγματίσει
εσείς έχετε δειγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δειγματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δειγματίσει
εσύ είχες δειγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δειγματίσει
εμείς είχαμε δειγματίσει
εσείς είχατε δειγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δειγματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δειγματίσει
εσύ θα έχεις δειγματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δειγματίσει
εμείς θα έχουμε δειγματίσει
εσείς θα έχετε δειγματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δειγματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) δειγμάτιζε
(εσείς) δειγματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δειγμάτισε
(εσείς) δειγματίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δειγματίζομαι
εσύ δειγματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δειγματίζεται
εμείς δειγματιζόμαστε
εσείς δειγματίζεστε / δειγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγματίζονται

Παρατατικός

εγώ δειγματιζόμουν / δειγματιζόμουνα
εσύ δειγματιζόσουν / δειγματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δειγματιζόταν / δειγματιζότανε
εμείς δειγματιζόμασταν / δειγματιζόμαστε
εσείς δειγματιζόσασταν / δειγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγματίζονταν / δειγματιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ δειγματίστηκα
εσύ δειγματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό δειγματίστηκε
εμείς δειγματιστήκαμε
εσείς δειγματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δειγματίστηκαν / δειγματιστήκαν / δειγματιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δειγματίζομαι
εσύ θα δειγματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δειγματίζεται
εμείς θα δειγματιζόμαστε
εσείς θα δειγματίζεστε / θα δειγματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δειγματίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δειγματιστώ
εσύ θα δειγματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δειγματιστεί
εμείς θα δειγματιστούμε
εσείς θα δειγματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δειγματιστούν / θα δειγματιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δειγματιστώ
εσύ να δειγματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να δειγματιστεί
εμείς να δειγματιστούμε
εσείς να δειγματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δειγματιστούν / δειγματιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δειγματιστεί
εσύ έχεις δειγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δειγματιστεί
εμείς έχουμε δειγματιστεί
εσείς έχετε δειγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δειγματιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δειγματιστεί
εσύ είχες δειγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δειγματιστεί
εμείς είχαμε δειγματιστεί
εσείς είχατε δειγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δειγματιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δειγματιστεί
εσύ θα έχεις δειγματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δειγματιστεί
εμείς θα έχουμε δειγματιστεί
εσείς θα έχετε δειγματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δειγματιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δειγματίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δειγματίσου
(εσείς) δειγματιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δειγματίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δειγματίσει

Μετοχή παρακειμένου

δειγματισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δειγματίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δειγματιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.