Κλίση του ρήματος δακτυλογραφώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

δακτυλογραφώ
to type, use a typewriter
Πλήρης κλίση του ρήματος δακτυλογραφώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δακτυλογραφώ
εσύ δακτυλογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογραφεί
εμείς δακτυλογραφούμε
εσείς δακτυλογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογραφούν / δακτυλογραφούνε

Παρατατικός

εγώ δακτυλογραφούσα
εσύ δακτυλογραφούσες
αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογραφούσε
εμείς δακτυλογραφούσαμε
εσείς δακτυλογραφούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογραφούσαν / δακτυλογραφούσανε

Αόριστος

εγώ δακτυλογράφησα
εσύ δακτυλογράφησες
αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογράφησε
εμείς δακτυλογραφήσαμε
εσείς δακτυλογραφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογράφησαν / δακτυλογραφήσαν / δακτυλογραφήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δακτυλογραφώ
εσύ θα δακτυλογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δακτυλογραφεί
εμείς θα δακτυλογραφούμε
εσείς θα δακτυλογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακτυλογραφούν / θα δακτυλογραφούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δακτυλογραφήσω
εσύ θα δακτυλογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δακτυλογραφήσει
εμείς θα δακτυλογραφήσουμε
εσείς θα δακτυλογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακτυλογραφήσουν / θα δακτυλογραφήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δακτυλογραφήσω
εσύ να δακτυλογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δακτυλογραφήσει
εμείς να δακτυλογραφήσουμε
εσείς να δακτυλογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δακτυλογραφήσουν / δακτυλογραφήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δακτυλογραφήσει
εσύ έχεις δακτυλογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δακτυλογραφήσει
εμείς έχουμε δακτυλογραφήσει
εσείς έχετε δακτυλογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δακτυλογραφήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δακτυλογραφήσει
εσύ είχες δακτυλογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δακτυλογραφήσει
εμείς είχαμε δακτυλογραφήσει
εσείς είχατε δακτυλογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δακτυλογραφήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δακτυλογραφήσει
εσύ θα έχεις δακτυλογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δακτυλογραφήσει
εμείς θα έχουμε δακτυλογραφήσει
εσείς θα έχετε δακτυλογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δακτυλογραφήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δακτυλογραφείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δακτυλογράφησε
(εσείς) δακτυλογραφήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ δακτυλογραφούμαι
εσύ δακτυλογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογραφείται
εμείς δακτυλογραφούμαστε
εσείς δακτυλογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογραφούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογραφούνταν / δακτυλογραφείτο
εμείς δακτυλογραφούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογραφούνταν / δακτυλογραφούντο

Αόριστος

εγώ δακτυλογραφήθηκα
εσύ δακτυλογραφήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δακτυλογραφήθηκε
εμείς δακτυλογραφηθήκαμε
εσείς δακτυλογραφηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δακτυλογραφήθηκαν / δακτυλογραφηθήκαν / δακτυλογραφηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα δακτυλογραφούμαι
εσύ θα δακτυλογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δακτυλογραφείται
εμείς θα δακτυλογραφούμαστε
εσείς θα δακτυλογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακτυλογραφούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα δακτυλογραφηθώ
εσύ θα δακτυλογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δακτυλογραφηθεί
εμείς θα δακτυλογραφηθούμε
εσείς θα δακτυλογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακτυλογραφηθούν / θα δακτυλογραφηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να δακτυλογραφηθώ
εσύ να δακτυλογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δακτυλογραφηθεί
εμείς να δακτυλογραφηθούμε
εσείς να δακτυλογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δακτυλογραφηθούν / δακτυλογραφηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω δακτυλογραφηθεί
εσύ έχεις δακτυλογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δακτυλογραφηθεί
εμείς έχουμε δακτυλογραφηθεί
εσείς έχετε δακτυλογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δακτυλογραφηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα δακτυλογραφηθεί
εσύ είχες δακτυλογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δακτυλογραφηθεί
εμείς είχαμε δακτυλογραφηθεί
εσείς είχατε δακτυλογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δακτυλογραφηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω δακτυλογραφηθεί
εσύ θα έχεις δακτυλογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δακτυλογραφηθεί
εμείς θα έχουμε δακτυλογραφηθεί
εσείς θα έχετε δακτυλογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δακτυλογραφηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) δακτυλογραφείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) δακτυλογραφήσου
(εσείς) δακτυλογραφηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

δακτυλογραφώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας δακτυλογραφήσει

Μετοχή παρακειμένου

δακτυλογραφημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

δακτυλογραφήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

δακτυλογραφηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.