to tear up, to get teary-eyed, to become tearful, to weep
Πλήρης κλίση του ρήματος δακρύζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δακρύζω
εσύ δακρύζεις
αυτός/αυτή/αυτό δακρύζει
εμείς δακρύζουμε
εσείς δακρύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά δακρύζουν / δακρύζουνε
Παρατατικός
εγώ δάκρυζα
εσύ δάκρυζες
αυτός/αυτή/αυτό δάκρυζε
εμείς δακρύζαμε
εσείς δακρύζατε
αυτοί/αυτές/αυτά δάκρυζαν / δακρύζαν / δακρύζανε
Αόριστος
εγώ δάκρυσα
εσύ δάκρυσες
αυτός/αυτή/αυτό δάκρυσε
εμείς δακρύσαμε
εσείς δακρύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δάκρυσαν / δακρύσαν / δακρύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δακρύζω
εσύ θα δακρύζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δακρύζει
εμείς θα δακρύζουμε
εσείς θα δακρύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακρύζουν / θα δακρύζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δακρύσω
εσύ θα δακρύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δακρύσει
εμείς θα δακρύσουμε
εσείς θα δακρύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δακρύσουν / θα δακρύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δακρύσω
εσύ να δακρύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δακρύσει
εμείς να δακρύσουμε
εσείς να δακρύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δακρύσουν / δακρύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δακρύσει
εσύ έχεις δακρύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δακρύσει
εμείς έχουμε δακρύσει
εσείς έχετε δακρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δακρύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δακρύσει
εσύ είχες δακρύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δακρύσει
εμείς είχαμε δακρύσει
εσείς είχατε δακρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δακρύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δακρύσει
εσύ θα έχεις δακρύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δακρύσει
εμείς θα έχουμε δακρύσει
εσείς θα έχετε δακρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δακρύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δάκρυζε
(εσείς) δακρύζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δάκρυσε
(εσείς) δακρύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δακρύζοντας / έχοντας δακρύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
δακρυσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
δακρύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.