to demonize
Πλήρης κλίση του ρήματος δαιμονοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δαιμονοποιώ
εσύ δαιμονοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποιεί
εμείς δαιμονοποιούμε
εσείς δαιμονοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποιούν / δαιμονοποιούνε
Παρατατικός
εγώ δαιμονοποιούσα
εσύ δαιμονοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποιούσε
εμείς δαιμονοποιούσαμε
εσείς δαιμονοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποιούσαν / δαιμονοποιούσανε
Αόριστος
εγώ δαιμονοποίησα
εσύ δαιμονοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποίησε
εμείς δαιμονοποιήσαμε
εσείς δαιμονοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποίησαν / δαιμονοποιήσαν / δαιμονοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δαιμονοποιώ
εσύ θα δαιμονοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δαιμονοποιεί
εμείς θα δαιμονοποιούμε
εσείς θα δαιμονοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δαιμονοποιούν / θα δαιμονοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαιμονοποιήσω
εσύ θα δαιμονοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δαιμονοποιήσει
εμείς θα δαιμονοποιήσουμε
εσείς θα δαιμονοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δαιμονοποιήσουν / θα δαιμονοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δαιμονοποιήσω
εσύ να δαιμονοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δαιμονοποιήσει
εμείς να δαιμονοποιήσουμε
εσείς να δαιμονοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δαιμονοποιήσουν / δαιμονοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δαιμονοποιήσει
εσύ έχεις δαιμονοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δαιμονοποιήσει
εμείς έχουμε δαιμονοποιήσει
εσείς έχετε δαιμονοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δαιμονοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δαιμονοποιήσει
εσύ είχες δαιμονοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δαιμονοποιήσει
εμείς είχαμε δαιμονοποιήσει
εσείς είχατε δαιμονοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δαιμονοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δαιμονοποιήσει
εσύ θα έχεις δαιμονοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δαιμονοποιήσει
εμείς θα έχουμε δαιμονοποιήσει
εσείς θα έχετε δαιμονοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δαιμονοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δαιμονοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δαιμονοποίησε
(εσείς) δαιμονοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δαιμονοποιούμαι
εσύ δαιμονοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποιείται
εμείς δαιμονοποιούμαστε / δαιμονοποιόμαστε
εσείς δαιμονοποιείστε / δαιμονοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποιούνται
Παρατατικός
εγώ δαιμονοποιούμουν / δαιμονοποιούμουνα / δαιμονοποιόμουν / δαιμονοποιόμουνα
εσύ δαιμονοποιόσουν / δαιμονοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποιούνταν / δαιμονοποιόταν / δαιμονοποιότανε / δαιμονοποιείτο
εμείς δαιμονοποιούμασταν / ‑ούμαστε / δαιμονοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς δαιμονοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποιούνταν / δαιμονοποιόνταν / δαιμονοποιόντανε / δαιμονοποιόντουσαν / δαιμονοποιούντο
Αόριστος
εγώ δαιμονοποιήθηκα
εσύ δαιμονοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δαιμονοποιήθηκε
εμείς δαιμονοποιηθήκαμε
εσείς δαιμονοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δαιμονοποιήθηκαν / δαιμονοποιηθήκαν / δαιμονοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δαιμονοποιούμαι
εσύ θα δαιμονοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δαιμονοποιείται
εμείς θα δαιμονοποιούμαστε / θα δαιμονοποιόμαστε
εσείς θα δαιμονοποιείστε / θα δαιμονοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δαιμονοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαιμονοποιηθώ
εσύ θα δαιμονοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δαιμονοποιηθεί
εμείς θα δαιμονοποιηθούμε
εσείς θα δαιμονοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δαιμονοποιηθούν / θα δαιμονοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δαιμονοποιηθώ
εσύ να δαιμονοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δαιμονοποιηθεί
εμείς να δαιμονοποιηθούμε
εσείς να δαιμονοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δαιμονοποιηθούν / δαιμονοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δαιμονοποιηθεί
εσύ έχεις δαιμονοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δαιμονοποιηθεί
εμείς έχουμε δαιμονοποιηθεί
εσείς έχετε δαιμονοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δαιμονοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δαιμονοποιηθεί
εσύ είχες δαιμονοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δαιμονοποιηθεί
εμείς είχαμε δαιμονοποιηθεί
εσείς είχατε δαιμονοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δαιμονοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δαιμονοποιηθεί
εσύ θα έχεις δαιμονοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δαιμονοποιηθεί
εμείς θα έχουμε δαιμονοποιηθεί
εσείς θα έχετε δαιμονοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δαιμονοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δαιμονοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δαιμονοποιήσου
(εσείς) δαιμονοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δαιμονοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας δαιμονοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
δαιμονοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
δαιμονοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
δαιμονοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
δαιμονοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.