to make possible (dated, also used ironically) e.g.
Πλήρης κλίση του ρήματος δέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
αυτός/αυτή/αυτό δει
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό έδει
Αόριστος
εγώ εδέησα / δέησα
εσύ εδέησες / δέησες
αυτός/αυτή/αυτό εδέησε / δέησε
εμείς δεήσαμε
εσείς δεήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εδέησαν / δέησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα δει
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεήσω
εσύ θα δεήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δεήσει
εμείς θα δεήσουμε
εσείς θα δεήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δεήσουν / θα δεήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δεήσω
εσύ να δεήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να δεήσει
εμείς να δεήσουμε
εσείς να δεήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δεήσουν / δεήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δεήσει
εσύ έχεις δεήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δεήσει
εμείς έχουμε δεήσει
εσείς έχετε δεήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δεήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δεήσει
εσύ είχες δεήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δεήσει
εμείς είχαμε δεήσει
εσείς είχατε δεήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δεήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δεήσει
εσύ θα έχεις δεήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δεήσει
εμείς θα έχουμε δεήσει
εσείς θα έχετε δεήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δεήσει
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δέησε
(εσείς) δεήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δέομαι
εσύ δέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δέεται
εμείς δεόμαστε
εσείς δέεστε / δεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δέονται
Παρατατικός
εγώ δεόμουν / δεόμουνα
εσύ δεόσουν / δεόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δεόταν / δεότανε
εμείς δεόμασταν / δεόμαστε
εσείς δεόσασταν / δεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δέονταν / δεόντουσαν
Αόριστος
εγώ δεήθηκα
εσύ δεήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δεήθηκε / εδεήθη
εμείς δεηθήκαμε
εσείς δεηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δεήθηκαν / εδεήθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δέομαι
εσύ θα δέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δέεται
εμείς θα δεόμαστε
εσείς θα δέεστε / θα δεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δέονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεηθώ
εσύ θα δεηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δεηθεί
εμείς θα δεηθούμε
εσείς θα δεηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δεηθούν / θα δεηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δεηθώ
εσύ να δεηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δεηθεί
εμείς να δεηθούμε
εσείς να δεηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δεηθούν / δεηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δεηθεί
εσύ έχεις δεηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δεηθεί
εμείς έχουμε δεηθεί
εσείς έχετε δεηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δεηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δεηθεί
εσύ είχες δεηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δεηθεί
εμείς είχαμε δεηθεί
εσείς είχατε δεηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δεηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δεηθεί
εσύ θα έχεις δεηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δεηθεί
εμείς θα έχουμε δεηθεί
εσείς θα έχετε δεηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δεηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δέεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δεήσου
(εσείς) δεηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δέουσα
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας δεήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
δεόμενος / δεόμενη / δεομένη / δεόμενο
Απαρέμφατο
δεήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
δεηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.