to beat, hit, smack, batter (to strike a person or animal with the hand or other implement)
Πλήρης κλίση του ρήματος δέρνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δέρνω
εσύ δέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό δέρνει
εμείς δέρνουμε
εσείς δέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά δέρνουν / δέρνουνε
Παρατατικός
εγώ έδερνα
εσύ έδερνες
αυτός/αυτή/αυτό έδερνε
εμείς δέρναμε
εσείς δέρνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδερναν / δέρναν / δέρνανε
Αόριστος
εγώ έδειρα
εσύ έδειρες
αυτός/αυτή/αυτό έδειρε
εμείς δείραμε
εσείς δείρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έδειραν / δείραν / δείρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δέρνω
εσύ θα δέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δέρνει
εμείς θα δέρνουμε
εσείς θα δέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δέρνουν / θα δέρνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δείρω
εσύ θα δείρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα δείρει
εμείς θα δείρουμε
εσείς θα δείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δείρουν / θα δείρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δείρω
εσύ να δείρεις
αυτός/αυτή/αυτό να δείρει
εμείς να δείρουμε
εσείς να δείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να δείρουν / δείρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δείρει
εσύ έχεις δείρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει δείρει
εμείς έχουμε δείρει
εσείς έχετε δείρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δείρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δείρει
εσύ είχες δείρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε δείρει
εμείς είχαμε δείρει
εσείς είχατε δείρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δείρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δείρει
εσύ θα έχεις δείρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δείρει
εμείς θα έχουμε δείρει
εσείς θα έχετε δείρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δείρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) δέρνε
(εσείς) δέρνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δείρε
(εσείς) δείρτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ δέρνομαι
εσύ δέρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό δέρνεται
εμείς δερνόμαστε
εσείς δέρνεστε / δερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δέρνονται
Παρατατικός
εγώ δερνόμουν / δερνόμουνα
εσύ δερνόσουν / δερνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό δερνόταν / δερνότανε
εμείς δερνόμασταν / δερνόμαστε
εσείς δερνόσασταν / δερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά δέρνονταν / δερνόντουσαν
Αόριστος
εγώ δάρθηκα
εσύ δάρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό δάρθηκε
εμείς δαρθήκαμε
εσείς δαρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά δάρθηκαν / δαρθήκαν / δαρθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα δέρνομαι
εσύ θα δέρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα δέρνεται
εμείς θα δερνόμαστε
εσείς θα δέρνεστε / θα δερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δέρνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαρθώ
εσύ θα δαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα δαρθεί
εμείς θα δαρθούμε
εσείς θα δαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα δαρθούν / θα δαρθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να δαρθώ
εσύ να δαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να δαρθεί
εμείς να δαρθούμε
εσείς να δαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να δαρθούν / δαρθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω δαρθεί
εσύ έχεις δαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει δαρθεί
εμείς έχουμε δαρθεί
εσείς έχετε δαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν δαρθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα δαρθεί
εσύ είχες δαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε δαρθεί
εμείς είχαμε δαρθεί
εσείς είχατε δαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν δαρθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω δαρθεί
εσύ θα έχεις δαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει δαρθεί
εμείς θα έχουμε δαρθεί
εσείς θα έχετε δαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν δαρθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) δέρνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) δάρσου
(εσείς) δαρθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
δέρνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας δείρει
Μετοχή παρακειμένου
δαρμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
δείρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
δαρθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.