to look for, want
Πλήρης κλίση του ρήματος γυρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυρεύω
εσύ γυρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό γυρεύει
εμείς γυρεύουμε
εσείς γυρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά γυρεύουν / γυρεύουνε
Παρατατικός
εγώ γύρευα
εσύ γύρευες
αυτός/αυτή/αυτό γύρευε
εμείς γυρεύαμε
εσείς γυρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά γύρευαν / γυρεύαν / γυρεύανε
Αόριστος
εγώ γύρεψα
εσύ γύρεψες
αυτός/αυτή/αυτό γύρεψε
εμείς γυρέψαμε
εσείς γυρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά γύρεψαν / γυρέψαν / γυρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυρεύω
εσύ θα γυρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυρεύει
εμείς θα γυρεύουμε
εσείς θα γυρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυρεύουν / θα γυρεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυρέψω
εσύ θα γυρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυρέψει
εμείς θα γυρέψουμε
εσείς θα γυρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυρέψουν / θα γυρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυρέψω
εσύ να γυρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γυρέψει
εμείς να γυρέψουμε
εσείς να γυρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυρέψουν / γυρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυρέψει
εσύ έχεις γυρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυρέψει
εμείς έχουμε γυρέψει
εσείς έχετε γυρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυρέψει
εσύ είχες γυρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυρέψει
εμείς είχαμε γυρέψει
εσείς είχατε γυρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυρέψει
εσύ θα έχεις γυρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυρέψει
εμείς θα έχουμε γυρέψει
εσείς θα έχετε γυρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γύρευε
(εσείς) γυρεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γύρεψε / γύρευ'
(εσείς) γυρέψτε / γυρεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυρεύομαι
εσύ γυρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γυρεύεται
εμείς γυρευόμαστε
εσείς γυρεύεστε / γυρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυρεύονται
Παρατατικός
εγώ γυρευόμουν / γυρευόμουνα
εσύ γυρευόσουν / γυρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γυρευόταν / γυρευότανε
εμείς γυρευόμασταν / γυρευόμαστε
εσείς γυρευόσασταν / γυρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυρεύονταν / γυρευόντουσαν
Αόριστος
εγώ γυρεύτηκα
εσύ γυρεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό γυρεύτηκε
εμείς γυρευτήκαμε
εσείς γυρευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γυρεύτηκαν / γυρευτήκαν / γυρευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυρεύομαι
εσύ θα γυρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γυρεύεται
εμείς θα γυρευόμαστε
εσείς θα γυρεύεστε / θα γυρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυρεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυρευτώ
εσύ θα γυρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γυρευτεί
εμείς θα γυρευτούμε
εσείς θα γυρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυρευτούν / θα γυρευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυρευτώ
εσύ να γυρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να γυρευτεί
εμείς να γυρευτούμε
εσείς να γυρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυρευτούν / γυρευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυρευτεί
εσύ έχεις γυρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυρευτεί
εμείς έχουμε γυρευτεί
εσείς έχετε γυρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυρευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυρευτεί
εσύ είχες γυρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυρευτεί
εμείς είχαμε γυρευτεί
εσείς είχατε γυρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυρευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυρευτεί
εσύ θα έχεις γυρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυρευτεί
εμείς θα έχουμε γυρευτεί
εσείς θα έχετε γυρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυρευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γυρεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γυρέψου
(εσείς) γυρευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γυρεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γυρέψει
Απαρέμφατο
γυρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γυρευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.