to exercise, drill, train, school
Πλήρης κλίση του ρήματος γυμνάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυμνάζω
εσύ γυμνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό γυμνάζει
εμείς γυμνάζουμε
εσείς γυμνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γυμνάζουν / γυμνάζουνε
Παρατατικός
εγώ γύμναζα
εσύ γύμναζες
αυτός/αυτή/αυτό γύμναζε
εμείς γυμνάζαμε
εσείς γυμνάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γύμναζαν / γυμνάζαν / γυμνάζανε
Αόριστος
εγώ γύμνασα
εσύ γύμνασες
αυτός/αυτή/αυτό γύμνασε
εμείς γυμνάσαμε
εσείς γυμνάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γύμνασαν / γυμνάσαν / γυμνάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυμνάζω
εσύ θα γυμνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυμνάζει
εμείς θα γυμνάζουμε
εσείς θα γυμνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυμνάζουν / θα γυμνάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυμνάσω
εσύ θα γυμνάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυμνάσει
εμείς θα γυμνάσουμε
εσείς θα γυμνάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυμνάσουν / θα γυμνάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυμνάσω
εσύ να γυμνάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γυμνάσει
εμείς να γυμνάσουμε
εσείς να γυμνάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυμνάσουν / γυμνάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυμνάσει
εσύ έχεις γυμνάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυμνάσει
εμείς έχουμε γυμνάσει
εσείς έχετε γυμνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυμνάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυμνάσει
εσύ είχες γυμνάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυμνάσει
εμείς είχαμε γυμνάσει
εσείς είχατε γυμνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυμνάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυμνάσει
εσύ θα έχεις γυμνάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυμνάσει
εμείς θα έχουμε γυμνάσει
εσείς θα έχετε γυμνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυμνάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γύμναζε
(εσείς) γυμνάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γύμνασε
(εσείς) γυμνάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυμνάζομαι
εσύ γυμνάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γυμνάζεται
εμείς γυμναζόμαστε
εσείς γυμνάζεστε / γυμναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυμνάζονται
Παρατατικός
εγώ γυμναζόμουν / γυμναζόμουνα
εσύ γυμναζόσουν / γυμναζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γυμναζόταν / γυμναζότανε
εμείς γυμναζόμασταν / γυμναζόμαστε
εσείς γυμναζόσασταν / γυμναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυμνάζονταν / γυμναζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γυμνάστηκα
εσύ γυμνάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γυμνάστηκε
εμείς γυμναστήκαμε
εσείς γυμναστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γυμνάστηκαν / γυμναστήκαν / γυμναστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυμνάζομαι
εσύ θα γυμνάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γυμνάζεται
εμείς θα γυμναζόμαστε
εσείς θα γυμνάζεστε / θα γυμναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυμνάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυμναστώ
εσύ θα γυμναστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γυμναστεί
εμείς θα γυμναστούμε
εσείς θα γυμναστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυμναστούν / θα γυμναστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυμναστώ
εσύ να γυμναστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γυμναστεί
εμείς να γυμναστούμε
εσείς να γυμναστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυμναστούν / γυμναστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυμναστεί
εσύ έχεις γυμναστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυμναστεί
εμείς έχουμε γυμναστεί
εσείς έχετε γυμναστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυμναστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυμναστεί
εσύ είχες γυμναστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυμναστεί
εμείς είχαμε γυμναστεί
εσείς είχατε γυμναστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυμναστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυμναστεί
εσύ θα έχεις γυμναστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυμναστεί
εμείς θα έχουμε γυμναστεί
εσείς θα έχετε γυμναστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυμναστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γυμνάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γυμνάσου
(εσείς) γυμναστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γυμνάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γυμνάσει
Μετοχή παρακειμένου
γυμνασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γυμνάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γυμναστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.