to polish, sheen, buff up, glaze, sparkle, glisten, shine
Πλήρης κλίση του ρήματος γυαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυαλίζω
εσύ γυαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γυαλίζει
εμείς γυαλίζουμε
εσείς γυαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γυαλίζουν / γυαλίζουνε
Παρατατικός
εγώ γυάλιζα
εσύ γυάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό γυάλιζε
εμείς γυαλίζαμε
εσείς γυαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γυάλιζαν / γυαλίζαν / γυαλίζανε
Αόριστος
εγώ γυάλισα
εσύ γυάλισες
αυτός/αυτή/αυτό γυάλισε
εμείς γυαλίσαμε
εσείς γυαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γυάλισαν / γυαλίσαν / γυαλίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυαλίζω
εσύ θα γυαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυαλίζει
εμείς θα γυαλίζουμε
εσείς θα γυαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυαλίζουν / θα γυαλίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυαλίσω
εσύ θα γυαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γυαλίσει
εμείς θα γυαλίσουμε
εσείς θα γυαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυαλίσουν / θα γυαλίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυαλίσω
εσύ να γυαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γυαλίσει
εμείς να γυαλίσουμε
εσείς να γυαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυαλίσουν / γυαλίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυαλίσει
εσύ έχεις γυαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυαλίσει
εμείς έχουμε γυαλίσει
εσείς έχετε γυαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυαλίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυαλίσει
εσύ είχες γυαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυαλίσει
εμείς είχαμε γυαλίσει
εσείς είχατε γυαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυαλίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυαλίσει
εσύ θα έχεις γυαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυαλίσει
εμείς θα έχουμε γυαλίσει
εσείς θα έχετε γυαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυαλίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γυαλίζε
(εσείς) γυαλίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γυαλίσε
(εσείς) γυαλίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γυαλίζομαι
εσύ γυαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γυαλίζεται
εμείς γυαλιζόμαστε
εσείς γυαλίζεστε / γυαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυαλίζονται
Παρατατικός
εγώ γυαλιζόμουν / γυαλιζόμουνα
εσύ γυαλιζόσουν / γυαλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γυαλιζόταν / γυαλιζότανε
εμείς γυαλιζόμασταν / γυαλιζόμαστε
εσείς γυαλιζόσασταν / γυαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γυαλίζονταν / γυαλιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γυαλίστηκα
εσύ γυαλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γυαλίστηκε
εμείς γυαλιστήκαμε
εσείς γυαλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γυαλίστηκαν / γυαλιστήκαν / γυαλιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γυαλίζομαι
εσύ θα γυαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γυαλίζεται
εμείς θα γυαλιζόμαστε
εσείς θα γυαλίζεστε / θα γυαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυαλίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυαλιστώ
εσύ θα γυαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γυαλιστεί
εμείς θα γυαλιστούμε
εσείς θα γυαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γυαλιστούν / θα γυαλιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γυαλιστώ
εσύ να γυαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γυαλιστεί
εμείς να γυαλιστούμε
εσείς να γυαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γυαλιστούν / γυαλιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γυαλιστεί
εσύ έχεις γυαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γυαλιστεί
εμείς έχουμε γυαλιστεί
εσείς έχετε γυαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γυαλιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γυαλιστεί
εσύ είχες γυαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γυαλιστεί
εμείς είχαμε γυαλιστεί
εσείς είχατε γυαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γυαλιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γυαλιστεί
εσύ θα έχεις γυαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γυαλιστεί
εμείς θα έχουμε γυαλιστεί
εσείς θα έχετε γυαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γυαλιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γυαλίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γυαλίσου
(εσείς) γυαλιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γυαλίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γυαλίσει
Μετοχή παρακειμένου
γυαλισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γυαλίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γυαλιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.