listen, hear
Πλήρης κλίση του ρήματος γρικάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γρικάω / γρικώ
εσύ γρικάς
αυτός/αυτή/αυτό γρικάει / γρικά
εμείς γρικάμε / γρικούμε
εσείς γρικάτε
αυτοί/αυτές/αυτά γρικάνε / γρικάν / γρικούν / γρικούνε
Παρατατικός
εγώ γρικούσα / γρίκαγα
εσύ γρικούσες / γρίκαγες
αυτός/αυτή/αυτό γρικούσε / γρίκαγε
εμείς γρικούσαμε / γρικάγαμε
εσείς γρικούσατε / γρικάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά γρικούσαν / γρικούσανε / γρίκαγαν / γρικάγανε
Αόριστος
εγώ γρίκησα
εσύ γρίκησες
αυτός/αυτή/αυτό γρίκησε
εμείς γρικήσαμε
εσείς γρικήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γρίκησαν / γρικήσαν / γρικήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γρικάω / θα γρικώ
εσύ θα γρικάς
αυτός/αυτή/αυτό θα γρικάει / θα γρικά
εμείς θα γρικάμε / θα γρικούμε
εσείς θα γρικάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γρικάνε / θα γρικάν / θα γρικούν / θα γρικούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γρικήσω
εσύ θα γρικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γρικήσει
εμείς θα γρικήσουμε
εσείς θα γρικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γρικήσουν / θα γρικήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γρικήσω
εσύ να γρικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γρικήσει
εμείς να γρικήσουμε
εσείς να γρικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γρικήσουν / γρικήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γρικήσει
εσύ έχεις γρικήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γρικήσει
εμείς έχουμε γρικήσει
εσείς έχετε γρικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γρικήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γρικήσει
εσύ είχες γρικήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γρικήσει
εμείς είχαμε γρικήσει
εσείς είχατε γρικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γρικήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γρικήσει
εσύ θα έχεις γρικήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γρικήσει
εμείς θα έχουμε γρικήσει
εσείς θα έχετε γρικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γρικήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γρίκα / γρίκαγε
(εσείς) γρικάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γρίκησε / γρίκα
(εσείς) γρικήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γρικιέμαι
εσύ γρικιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό γρικιέται
εμείς γρικιόμαστε
εσείς γρικιέστε / γρικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γρικιούνται / γρικιόνται
Παρατατικός
εγώ γρικιόμουν / γρικιόμουνα
εσύ γρικιόσουν / γρικιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γρικιόταν / γρικιότανε
εμείς γρικιόμασταν / γρικιόμαστε
εσείς γρικιόσασταν / γρικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γρικιόνταν / γρικιόντανε / γρικιόντουσαν / γρικιούνταν
Αόριστος
εγώ γρικήθηκα
εσύ γρικήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό γρικήθηκε
εμείς γρικηθήκαμε
εσείς γρικηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γρικήθηκαν / γρικηθήκαν / γρικηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γρικιέμαι
εσύ θα γρικιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γρικιέται
εμείς θα γρικιόμαστε
εσείς θα γρικιέστε / θα γρικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γρικιούνται / θα γρικιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γρικηθώ
εσύ θα γρικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γρικηθεί
εμείς θα γρικηθούμε
εσείς θα γρικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γρικηθούν / θα γρικηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γρικηθώ
εσύ να γρικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να γρικηθεί
εμείς να γρικηθούμε
εσείς να γρικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γρικηθούν / γρικηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γρικηθεί
εσύ έχεις γρικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γρικηθεί
εμείς έχουμε γρικηθεί
εσείς έχετε γρικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γρικηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γρικηθεί
εσύ είχες γρικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γρικηθεί
εμείς είχαμε γρικηθεί
εσείς είχατε γρικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γρικηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γρικηθεί
εσύ θα έχεις γρικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γρικηθεί
εμείς θα έχουμε γρικηθεί
εσείς θα έχετε γρικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γρικηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γρικιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γρικήσου
(εσείς) γρικηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γρικώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γρικήσει
Μετοχή παρακειμένου
γρικημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γρικήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γρικηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.