Κλίση του ρήματος γραδάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γραδάρω
to measure density (of a liquid, with a hydrometer)
Πλήρης κλίση του ρήματος γραδάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γραδάρω
εσύ γραδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό γραδάρει
εμείς γραδάρουμε
εσείς γραδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά γραδάρουν / γραδάρουνε

Παρατατικός

εγώ γράδαρα / γραδάριζα
εσύ γράδαρες / γραδάριζες
αυτός/αυτή/αυτό γράδαρε / γραδάριζε
εμείς γραδάραμε
εσείς γραδάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γράδαραν / γραδάραν / γραδάρανε / γραδάριζαν

Αόριστος

εγώ γράδαρα / γραδάρισα
εσύ γράδαρες / γραδάρισες
αυτός/αυτή/αυτό γράδαρε / γραδάρισε
εμείς γραδάραμε
εσείς γραδάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γράδαραν / γραδάραν / γραδάρανε / γραδάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γραδάρω
εσύ θα γραδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γραδάρει
εμείς θα γραδάρουμε
εσείς θα γραδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γραδάρουν / θα γραδάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γραδάρω
εσύ θα γραδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γραδάρει
εμείς θα γραδάρουμε
εσείς θα γραδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γραδάρουν / θα γραδάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γραδάρω
εσύ να γραδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να γραδάρει
εμείς να γραδάρουμε
εσείς να γραδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γραδάρουν / γραδάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γραδάρει
εσύ έχεις γραδάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γραδάρει
εμείς έχουμε γραδάρει
εσείς έχετε γραδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γραδάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γραδάρει
εσύ είχες γραδάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γραδάρει
εμείς είχαμε γραδάρει
εσείς είχατε γραδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γραδάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γραδάρει
εσύ θα έχεις γραδάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γραδάρει
εμείς θα έχουμε γραδάρει
εσείς θα έχετε γραδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γραδάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γράδαρε / γραδάριζε
(εσείς) γραδάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γράδαρε / γραδάρισε
(εσείς) γραδάρτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γραδάροντας / έχοντας γραδάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

γραδαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

γραδάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.