Κλίση του ρήματος γουστάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γουστάρω
to want, desire
Πλήρης κλίση του ρήματος γουστάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γουστάρω
εσύ γουστάρεις
αυτός/αυτή/αυτό γουστάρει
εμείς γουστάρουμε
εσείς γουστάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά γουστάρουν / γουστάρουνε

Παρατατικός

εγώ γούσταρα / γουστάριζα
εσύ γούσταρες / γουστάριζες
αυτός/αυτή/αυτό γούσταρε / γουστάριζε
εμείς γουστάραμε
εσείς γουστάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γούσταραν / γουστάραν / γουστάρανε / γουστάριζαν

Αόριστος

εγώ γούσταρα / γουστάρισα
εσύ γούσταρες / γουστάρισες
αυτός/αυτή/αυτό γούσταρε / γουστάρισε
εμείς γουστάραμε
εσείς γουστάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γούσταραν / γουστάραν / γουστάρανε / γουστάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γουστάρω
εσύ θα γουστάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γουστάρει
εμείς θα γουστάρουμε
εσείς θα γουστάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γουστάρουν / θα γουστάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γουστάρω
εσύ θα γουστάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γουστάρει
εμείς θα γουστάρουμε
εσείς θα γουστάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γουστάρουν / θα γουστάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γουστάρω
εσύ να γουστάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να γουστάρει
εμείς να γουστάρουμε
εσείς να γουστάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γουστάρουν / γουστάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γουστάρει
εσύ έχεις γουστάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γουστάρει
εμείς έχουμε γουστάρει
εσείς έχετε γουστάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γουστάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γουστάρει
εσύ είχες γουστάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γουστάρει
εμείς είχαμε γουστάρει
εσείς είχατε γουστάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γουστάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γουστάρει
εσύ θα έχεις γουστάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γουστάρει
εμείς θα έχουμε γουστάρει
εσείς θα έχετε γουστάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γουστάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γούσταρε / γουστάριζε
(εσείς) γουστάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γούσταρε / γουστάρισε
(εσείς) γουστάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γουστάροντας / έχοντας γουστάρει

Απαρέμφατο

γουστάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.