Κλίση του ρήματος γουργουρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γουργουρίζω
to purr (from a contented cat)
Πλήρης κλίση του ρήματος γουργουρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γουργουρίζω
εσύ γουργουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γουργουρίζει
εμείς γουργουρίζουμε
εσείς γουργουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γουργουρίζουν / γουργουρίζουνε

Παρατατικός

εγώ γουργούριζα
εσύ γουργούριζες
αυτός/αυτή/αυτό γουργούριζε
εμείς γουργουρίζαμε
εσείς γουργουρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γουργούριζαν / γουργουρίζαν / γουργουρίζανε

Αόριστος

εγώ γουργούρισα
εσύ γουργούρισες
αυτός/αυτή/αυτό γουργούρισε
εμείς γουργουρίσαμε
εσείς γουργουρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γουργούρισαν / γουργουρίσαν / γουργουρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γουργουρίζω
εσύ θα γουργουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γουργουρίζει
εμείς θα γουργουρίζουμε
εσείς θα γουργουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γουργουρίζουν / θα γουργουρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γουργουρίσω
εσύ θα γουργουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γουργουρίσει
εμείς θα γουργουρίσουμε
εσείς θα γουργουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γουργουρίσουν / θα γουργουρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γουργουρίσω
εσύ να γουργουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γουργουρίσει
εμείς να γουργουρίσουμε
εσείς να γουργουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γουργουρίσουν / γουργουρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γουργουρίσει
εσύ έχεις γουργουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γουργουρίσει
εμείς έχουμε γουργουρίσει
εσείς έχετε γουργουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γουργουρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γουργουρίσει
εσύ είχες γουργουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γουργουρίσει
εμείς είχαμε γουργουρίσει
εσείς είχατε γουργουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γουργουρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γουργουρίσει
εσύ θα έχεις γουργουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γουργουρίσει
εμείς θα έχουμε γουργουρίσει
εσείς θα έχετε γουργουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γουργουρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γουργούριζε
(εσείς) γουργουρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γουργούρισε
(εσείς) γουργουρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γουργουρίζοντας / έχοντας γουργουρίσει

Απαρέμφατο

γουργουρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.