to charm, enchant, enthrall
Πλήρης κλίση του ρήματος γοητεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γοητεύω
εσύ γοητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό γοητεύει
εμείς γοητεύουμε
εσείς γοητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά γοητεύουν / γοητεύουνε
Παρατατικός
εγώ γοήτευα
εσύ γοήτευες
αυτός/αυτή/αυτό γοήτευε
εμείς γοητεύαμε
εσείς γοητεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά γοήτευαν / γοητεύαν / γοητεύανε
Αόριστος
εγώ γοήτευσα / γοήτεψα
εσύ γοήτευσες / γοήτεψες
αυτός/αυτή/αυτό γοήτευσε / γοήτεψε
εμείς γοητεύσαμε / γοητέψαμε
εσείς γοητεύσατε / γοητέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά γοήτευσαν / γοητεύσαν / γοητεύσανε / γοήτεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γοητεύω
εσύ θα γοητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γοητεύει
εμείς θα γοητεύουμε
εσείς θα γοητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γοητεύουν / θα γοητεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γοητεύσω / θα γοητέψω
εσύ θα γοητεύσεις / θα γοητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γοητεύσει / θα γοητέψει
εμείς θα γοητεύσουμε / θα γοητέψουμε
εσείς θα γοητεύσετε / θα γοητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γοητεύσουν / θα γοητεύσουνε / θα γοητέψουν / θα γοητέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γοητεύσω / γοητέψω
εσύ να γοητεύσεις / γοητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γοητεύσει / γοητέψει
εμείς να γοητεύσουμε / γοητέψουμε
εσείς να γοητεύσετε / γοητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γοητεύσουν / γοητεύσουνε / γοητέψουν / γοητέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γοητεύσει / γοητέψει
εσύ έχεις γοητεύσει / γοητέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γοητεύσει / γοητέψει
εμείς έχουμε γοητεύσει / γοητέψει
εσείς έχετε γοητεύσει / γοητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γοητεύσει / γοητέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γοητεύσει / γοητέψει
εσύ είχες γοητεύσει / γοητέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γοητεύσει / γοητέψει
εμείς είχαμε γοητεύσει / γοητέψει
εσείς είχατε γοητεύσει / γοητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γοητεύσει / γοητέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γοητεύσει / γοητέψει
εσύ θα έχεις γοητεύσει / γοητέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γοητεύσει / γοητέψει
εμείς θα έχουμε γοητεύσει / γοητέψει
εσείς θα έχετε γοητεύσει / γοητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γοητεύσει / γοητέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γοήτευε
(εσείς) γοητεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γοήτευσε / γοήτεψε / γοήτευ'
(εσείς) γοητεύστε / γοητέψτε / γοητεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γοητεύομαι
εσύ γοητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γοητεύεται
εμείς γοητευόμαστε
εσείς γοητεύεστε / γοητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γοητεύονται
Παρατατικός
εγώ γοητευόμουν / γοητευόμουνα
εσύ γοητευόσουν / γοητευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γοητευόταν / γοητευότανε
εμείς γοητευόμασταν / γοητευόμαστε
εσείς γοητευόσασταν / γοητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γοητεύονταν / γοητευόντουσαν
Αόριστος
εγώ γοητεύθηκα / γοητεύτηκα
εσύ γοητεύθηκες / γοητεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό γοητεύθηκε / γοητεύτηκε
εμείς γοητευθήκαμε / γοητευτήκαμε
εσείς γοητευθήκατε / γοητευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γοητεύθηκαν / γοητευθήκαν / γοητευθήκανε / γοητεύτηκαν / γοητευτήκαν / γοητευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γοητεύομαι
εσύ θα γοητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γοητεύεται
εμείς θα γοητευόμαστε
εσείς θα γοητεύεστε / θα γοητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γοητεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γοητευθώ / θα γοητευτώ
εσύ θα γοητευθείς / θα γοητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γοητευθεί / θα γοητευτεί
εμείς θα γοητευθούμε / θα γοητευτούμε
εσείς θα γοητευθείτε / θα γοητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γοητευθούν / θα γοητευθούνε / θα γοητευτούν / θα γοητευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γοητευθώ / γοητευτώ
εσύ να γοητευθείς / γοητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να γοητευθεί / γοητευτεί
εμείς να γοητευθούμε / γοητευτούμε
εσείς να γοητευθείτε / γοητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γοητευθούν / γοητευθούνε / γοητευτούν / γοητευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γοητευθεί / γοητευτεί
εσύ έχεις γοητευθεί / γοητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γοητευθεί / γοητευτεί
εμείς έχουμε γοητευθεί / γοητευτεί
εσείς έχετε γοητευθεί / γοητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γοητευθεί / γοητευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γοητευθεί / γοητευτεί
εσύ είχες γοητευθεί / γοητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γοητευθεί / γοητευτεί
εμείς είχαμε γοητευθεί / γοητευτεί
εσείς είχατε γοητευθεί / γοητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γοητευθεί / γοητευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γοητευθεί / γοητευτεί
εσύ θα έχεις γοητευθεί / γοητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γοητευθεί / γοητευτεί
εμείς θα έχουμε γοητευθεί / γοητευτεί
εσείς θα έχετε γοητευθεί / γοητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γοητευθεί / γοητευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γοητεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γοητεύσου / γοητέψου
(εσείς) γοητευθείτε / γοητευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γοητεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γοητεύσει / γοητέψει
Μετοχή παρακειμένου
γοητευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γοητεύσει / γοητέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γοητευθεί / γοητευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.