to grumble, to murmur (to complain or express discontent in a low, muttering voice)
Πλήρης κλίση του ρήματος γογγύζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γογγύζω
εσύ γογγύζεις
αυτός/αυτή/αυτό γογγύζει
εμείς γογγύζουμε
εσείς γογγύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γογγύζουν / γογγύζουνε
Παρατατικός
εγώ γόγγυζα
εσύ γόγγυζες
αυτός/αυτή/αυτό γόγγυζε
εμείς γογγύζαμε
εσείς γογγύζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γόγγυζαν / γογγύζαν / γογγύζανε
Αόριστος
εγώ γόγγυσα / γόγγυξα
εσύ γόγγυσες / γόγγυξες
αυτός/αυτή/αυτό γόγγυσε / γόγγυξε
εμείς γογγύσαμε / γογγύξαμε
εσείς γογγύσατε / γογγύξατε
αυτοί/αυτές/αυτά γόγγυσαν / γογγύσαν / γογγύσανε / γόγγυξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γογγύζω
εσύ θα γογγύζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γογγύζει
εμείς θα γογγύζουμε
εσείς θα γογγύζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γογγύζουν / θα γογγύζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γογγύσω / θα γογγύξω
εσύ θα γογγύσεις / θα γογγύξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γογγύσει / θα γογγύξει
εμείς θα γογγύσουμε / θα γογγύξουμε
εσείς θα γογγύσετε / θα γογγύξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γογγύσουν / θα γογγύσουνε / θα γογγύξουν / θα γογγύξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γογγύσω / γογγύξω
εσύ να γογγύσεις / γογγύξεις
αυτός/αυτή/αυτό να γογγύσει / γογγύξει
εμείς να γογγύσουμε / γογγύξουμε
εσείς να γογγύσετε / γογγύξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γογγύσουν / γογγύσουνε / γογγύξουν / γογγύξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γογγύσει / γογγύξει
εσύ έχεις γογγύσει / γογγύξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γογγύσει / γογγύξει
εμείς έχουμε γογγύσει / γογγύξει
εσείς έχετε γογγύσει / γογγύξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γογγύσει / γογγύξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γογγύσει / γογγύξει
εσύ είχες γογγύσει / γογγύξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γογγύσει / γογγύξει
εμείς είχαμε γογγύσει / γογγύξει
εσείς είχατε γογγύσει / γογγύξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γογγύσει / γογγύξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γογγύσει / γογγύξει
εσύ θα έχεις γογγύσει / γογγύξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γογγύσει / γογγύξει
εμείς θα έχουμε γογγύσει / γογγύξει
εσείς θα έχετε γογγύσει / γογγύξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γογγύσει / γογγύξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γόγγυζε
(εσείς) γογγύζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γόγγυσε / γόγγυξε
(εσείς) γογγύστε / γογγύξτε / γογγύχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γογγύζοντας / έχοντας γογγύσει
Απαρέμφατο
γογγύσει / γογγύξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.