alternative form of νοιάζομαι (noiázomai)
Πλήρης κλίση του ρήματος γνοιάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
αυτός/αυτή/αυτό γνοιάζει
αυτοί/αυτές/αυτά γνοιάζουν
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό έγνοιαζε
αυτοί/αυτές/αυτά έγνοιαζαν
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό έγνοιαξε
αυτοί/αυτές/αυτά έγνοιαξαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα γνοιάζει
αυτοί/αυτές/αυτά θα γνοιάζουν
Στιγμιαίος μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα γνοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα γνοιάξουν
Υποτακτική (να)
αυτός/αυτή/αυτό να γνοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά να γνοιάξουν
Παρακείμενος
εγώ έχω γνοιάξει
εσύ έχεις γνοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γνοιάξει
εμείς έχουμε γνοιάξει
εσείς έχετε γνοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γνοιάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γνοιάξει
εσύ είχες γνοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γνοιάξει
εμείς είχαμε γνοιάξει
εσείς είχατε γνοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γνοιάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γνοιάξει
εσύ θα έχεις γνοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γνοιάξει
εμείς θα έχουμε γνοιάξει
εσείς θα έχετε γνοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γνοιάξει
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γνοιάζομαι
εσύ γνοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γνοιάζεται
εμείς γνοιαζόμαστε
εσείς γνοιάζεστε / γνοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γνοιάζονται
Παρατατικός
εγώ γνοιαζόμουν / γνοιαζόμουνα
εσύ γνοιαζόσουν / γνοιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γνοιαζόταν / γνοιαζότανε
εμείς γνοιαζόμασταν / γνοιαζόμαστε
εσείς γνοιαζόσασταν / γνοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γνοιάζονταν / γνοιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γνοιάστηκα
εσύ γνοιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γνοιάστηκε
εμείς γνοιαστήκαμε
εσείς γνοιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γνοιάστηκαν / γνοιαστήκαν / γνοιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γνοιάζομαι
εσύ θα γνοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γνοιάζεται
εμείς θα γνοιαζόμαστε
εσείς θα γνοιάζεστε / θα γνοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γνοιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γνοιαστώ
εσύ θα γνοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γνοιαστεί
εμείς θα γνοιαστούμε
εσείς θα γνοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γνοιαστούν / θα γνοιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γνοιαστώ
εσύ να γνοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γνοιαστεί
εμείς να γνοιαστούμε
εσείς να γνοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γνοιαστούν / γνοιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γνοιαστεί
εσύ έχεις γνοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γνοιαστεί
εμείς έχουμε γνοιαστεί
εσείς έχετε γνοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γνοιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γνοιαστεί
εσύ είχες γνοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γνοιαστεί
εμείς είχαμε γνοιαστεί
εσείς είχατε γνοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γνοιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γνοιαστεί
εσύ θα έχεις γνοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γνοιαστεί
εμείς θα έχουμε γνοιαστεί
εσείς θα έχετε γνοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γνοιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γνοιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γνοιάξου
(εσείς) γνοιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο
γνοιάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γνοιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.