to sweeten, to sweeten up (to make sweet to the taste)
Πλήρης κλίση του ρήματος γλυκαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γλυκαίνω
εσύ γλυκαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό γλυκαίνει
εμείς γλυκαίνουμε
εσείς γλυκαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά γλυκαίνουν / γλυκαίνουνε
Παρατατικός
εγώ γλύκαινα
εσύ γλύκαινες
αυτός/αυτή/αυτό γλύκαινε
εμείς γλυκαίναμε
εσείς γλυκαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλύκαιναν / γλυκαίναν / γλυκαίνανε
Αόριστος
εγώ γλύκανα
εσύ γλύκανες
αυτός/αυτή/αυτό γλύκανε
εμείς γλυκάναμε
εσείς γλυκάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλύκαναν / γλυκάναν / γλυκάνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γλυκαίνω
εσύ θα γλυκαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γλυκαίνει
εμείς θα γλυκαίνουμε
εσείς θα γλυκαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλυκαίνουν / θα γλυκαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλυκάνω
εσύ θα γλυκάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γλυκάνει
εμείς θα γλυκάνουμε
εσείς θα γλυκάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλυκάνουν / θα γλυκάνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γλυκάνω
εσύ να γλυκάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να γλυκάνει
εμείς να γλυκάνουμε
εσείς να γλυκάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γλυκάνουν / γλυκάνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γλυκάνει
εσύ έχεις γλυκάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γλυκάνει
εμείς έχουμε γλυκάνει
εσείς έχετε γλυκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γλυκάνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γλυκάνει
εσύ είχες γλυκάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γλυκάνει
εμείς είχαμε γλυκάνει
εσείς είχατε γλυκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γλυκάνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γλυκάνει
εσύ θα έχεις γλυκάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γλυκάνει
εμείς θα έχουμε γλυκάνει
εσείς θα έχετε γλυκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γλυκάνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γλύκαινε
(εσείς) γλυκαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γλύκανε
(εσείς) γλυκάνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γλυκαίνομαι
εσύ γλυκαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γλυκαίνεται
εμείς γλυκαινόμαστε
εσείς γλυκαίνεστε / γλυκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γλυκαίνονται
Παρατατικός
εγώ γλυκαινόμουν / γλυκαινόμουνα
εσύ γλυκαινόσουν / γλυκαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γλυκαινόταν / γλυκαινότανε
εμείς γλυκαινόμασταν / γλυκαινόμαστε
εσείς γλυκαινόσασταν / γλυκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γλυκαίνονταν / γλυκαινόντουσαν
Αόριστος
εγώ γλυκάθηκα
εσύ γλυκάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό γλυκάθηκε
εμείς γλυκαθήκαμε
εσείς γλυκαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλυκάθηκαν / γλυκαθήκαν / γλυκαθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γλυκαίνομαι
εσύ θα γλυκαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γλυκαίνεται
εμείς θα γλυκαινόμαστε
εσείς θα γλυκαίνεστε / θα γλυκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλυκαίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλυκαθώ
εσύ θα γλυκαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γλυκαθεί
εμείς θα γλυκαθούμε
εσείς θα γλυκαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλυκαθούν / θα γλυκαθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γλυκαθώ
εσύ να γλυκαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να γλυκαθεί
εμείς να γλυκαθούμε
εσείς να γλυκαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γλυκαθούν / γλυκαθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γλυκαθεί
εσύ έχεις γλυκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γλυκαθεί
εμείς έχουμε γλυκαθεί
εσείς έχετε γλυκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γλυκαθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γλυκαθεί
εσύ είχες γλυκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γλυκαθεί
εμείς είχαμε γλυκαθεί
εσείς είχατε γλυκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γλυκαθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γλυκαθεί
εσύ θα έχεις γλυκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γλυκαθεί
εμείς θα έχουμε γλυκαθεί
εσείς θα έχετε γλυκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γλυκαθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γλυκαίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) γλυκαθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γλυκαίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γλυκάνει
Μετοχή παρακειμένου
γλυκαμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γλυκάνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γλυκαθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.