to celebrate, revel
Πλήρης κλίση του ρήματος γλεντάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γλεντάω / γλεντώ
εσύ γλεντάς
αυτός/αυτή/αυτό γλεντάει / γλεντά
εμείς γλεντάμε / γλεντούμε
εσείς γλεντάτε
αυτοί/αυτές/αυτά γλεντάνε / γλεντάν / γλεντούν / γλεντούνε
Παρατατικός
εγώ γλεντούσα / γλένταγα
εσύ γλεντούσες / γλένταγες
αυτός/αυτή/αυτό γλεντούσε / γλένταγε
εμείς γλεντούσαμε / γλεντάγαμε
εσείς γλεντούσατε / γλεντάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλεντούσαν / γλεντούσανε / γλένταγαν / γλεντάγανε
Αόριστος
εγώ γλέντησα
εσύ γλέντησες
αυτός/αυτή/αυτό γλέντησε
εμείς γλεντήσαμε
εσείς γλεντήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλέντησαν / γλεντήσαν / γλεντήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γλεντάω / θα γλεντώ
εσύ θα γλεντάς
αυτός/αυτή/αυτό θα γλεντάει / θα γλεντά
εμείς θα γλεντάμε / θα γλεντούμε
εσείς θα γλεντάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλεντάνε / θα γλεντάν / θα γλεντούν / θα γλεντούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλεντήσω
εσύ θα γλεντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γλεντήσει
εμείς θα γλεντήσουμε
εσείς θα γλεντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλεντήσουν / θα γλεντήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γλεντήσω
εσύ να γλεντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γλεντήσει
εμείς να γλεντήσουμε
εσείς να γλεντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γλεντήσουν / γλεντήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γλεντήσει
εσύ έχεις γλεντήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γλεντήσει
εμείς έχουμε γλεντήσει
εσείς έχετε γλεντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γλεντήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γλεντήσει
εσύ είχες γλεντήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γλεντήσει
εμείς είχαμε γλεντήσει
εσείς είχατε γλεντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γλεντήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γλεντήσει
εσύ θα έχεις γλεντήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γλεντήσει
εμείς θα έχουμε γλεντήσει
εσείς θα έχετε γλεντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γλεντήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γλέντα / γλένταγε
(εσείς) γλεντάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γλέντησε / γλέντα
(εσείς) γλεντήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γλεντώντας / έχοντας γλεντήσει
Απαρέμφατο
γλεντήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.