to lick (with the tongue)
Πλήρης κλίση του ρήματος γλείφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γλείφω
εσύ γλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό γλείφει
εμείς γλείφουμε
εσείς γλείφετε
αυτοί/αυτές/αυτά γλείφουν / γλείφουνε
Παρατατικός
εγώ έγλειφα
εσύ έγλειφες
αυτός/αυτή/αυτό έγλειφε
εμείς γλείφαμε
εσείς γλείφατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγλειφαν / γλείφαν / γλείφανε
Αόριστος
εγώ έγλειψα
εσύ έγλειψες
αυτός/αυτή/αυτό έγλειψε
εμείς γλείψαμε
εσείς γλείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγλειψαν / γλείψαν / γλείψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γλείφω
εσύ θα γλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γλείφει
εμείς θα γλείφουμε
εσείς θα γλείφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλείφουν / θα γλείφουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλείψω
εσύ θα γλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γλείψει
εμείς θα γλείψουμε
εσείς θα γλείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλείψουν / θα γλείψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γλείψω
εσύ να γλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γλείψει
εμείς να γλείψουμε
εσείς να γλείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γλείψουν / γλείψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γλείψει
εσύ έχεις γλείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γλείψει
εμείς έχουμε γλείψει
εσείς έχετε γλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γλείψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γλείψει
εσύ είχες γλείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γλείψει
εμείς είχαμε γλείψει
εσείς είχατε γλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γλείψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γλείψει
εσύ θα έχεις γλείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γλείψει
εμείς θα έχουμε γλείψει
εσείς θα έχετε γλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γλείψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γλείφε
(εσείς) γλείφετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γλείψε / γλείφ'
(εσείς) γλείψτε / γλείφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γλείφομαι
εσύ γλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γλείφεται
εμείς γλειφόμαστε
εσείς γλείφεστε / γλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γλείφονται
Παρατατικός
εγώ γλειφόμουν / γλειφόμουνα
εσύ γλειφόσουν / γλειφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γλειφόταν / γλειφότανε
εμείς γλειφόμασταν / γλειφόμαστε
εσείς γλειφόσασταν / γλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γλείφονταν / γλειφόντουσαν
Αόριστος
εγώ γλείφτηκα
εσύ γλείφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό γλείφτηκε
εμείς γλειφτήκαμε
εσείς γλειφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γλείφτηκαν / γλειφτήκαν / γλειφτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γλείφομαι
εσύ θα γλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γλείφεται
εμείς θα γλειφόμαστε
εσείς θα γλείφεστε / θα γλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλείφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλειφτώ
εσύ θα γλειφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γλειφτεί
εμείς θα γλειφτούμε
εσείς θα γλειφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γλειφτούν / θα γλειφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γλειφτώ
εσύ να γλειφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να γλειφτεί
εμείς να γλειφτούμε
εσείς να γλειφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γλειφτούν / γλειφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γλειφτεί
εσύ έχεις γλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γλειφτεί
εμείς έχουμε γλειφτεί
εσείς έχετε γλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γλειφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γλειφτεί
εσύ είχες γλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γλειφτεί
εμείς είχαμε γλειφτεί
εσείς είχατε γλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γλειφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γλειφτεί
εσύ θα έχεις γλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γλειφτεί
εμείς θα έχουμε γλειφτεί
εσείς θα έχετε γλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γλειφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γλείφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γλείψου
(εσείς) γλειφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γλείφοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γλείψει
Μετοχή παρακειμένου
γλειμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γλείψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γλειφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.