Κλίση του ρήματος γκρινιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γκρινιάζω
to grumble, complain, moan, whine (express feelings of pain, dissatisfaction, or resentment)
Πλήρης κλίση του ρήματος γκρινιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γκρινιάζω
εσύ γκρινιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό γκρινιάζει
εμείς γκρινιάζουμε
εσείς γκρινιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γκρινιάζουν / γκρινιάζουνε

Παρατατικός

εγώ γκρίνιαζα
εσύ γκρίνιαζες
αυτός/αυτή/αυτό γκρίνιαζε
εμείς γκρινιάζαμε
εσείς γκρινιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκρίνιαζαν / γκρινιάζαν / γκρινιάζανε

Αόριστος

εγώ γκρίνιαξα
εσύ γκρίνιαξες
αυτός/αυτή/αυτό γκρίνιαξε
εμείς γκρινιάξαμε
εσείς γκρινιάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκρίνιαξαν / γκρινιάξαν / γκρινιάξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γκρινιάζω
εσύ θα γκρινιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκρινιάζει
εμείς θα γκρινιάζουμε
εσείς θα γκρινιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκρινιάζουν / θα γκρινιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γκρινιάξω
εσύ θα γκρινιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκρινιάξει
εμείς θα γκρινιάξουμε
εσείς θα γκρινιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκρινιάξουν / θα γκρινιάξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γκρινιάξω
εσύ να γκρινιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να γκρινιάξει
εμείς να γκρινιάξουμε
εσείς να γκρινιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γκρινιάξουν / γκρινιάξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γκρινιάξει
εσύ έχεις γκρινιάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γκρινιάξει
εμείς έχουμε γκρινιάξει
εσείς έχετε γκρινιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γκρινιάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γκρινιάξει
εσύ είχες γκρινιάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γκρινιάξει
εμείς είχαμε γκρινιάξει
εσείς είχατε γκρινιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γκρινιάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γκρινιάξει
εσύ θα έχεις γκρινιάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γκρινιάξει
εμείς θα έχουμε γκρινιάξει
εσείς θα έχετε γκρινιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γκρινιάξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γκρίνιαζε
(εσείς) γκρινιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γκρίνιαξε
(εσείς) γκρινιάξτε / γκρινιάχτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γκρινιάζοντας / έχοντας γκρινιάξει

Απαρέμφατο

γκρινιάξει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.