Κλίση του ρήματος γκουγκλίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γκουγκλίζω
to google (search for on the Internet)
Πλήρης κλίση του ρήματος γκουγκλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γκουγκλίζω
εσύ γκουγκλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γκουγκλίζει
εμείς γκουγκλίζουμε
εσείς γκουγκλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γκουγκλίζουν / γκουγκλίζουνε

Παρατατικός

εγώ γκούγκλιζα
εσύ γκούγκλιζες
αυτός/αυτή/αυτό γκούγκλιζε
εμείς γκουγκλίζαμε
εσείς γκουγκλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκούγκλιζαν / γκουγκλίζαν / γκουγκλίζανε

Αόριστος

εγώ γκούγκλισα
εσύ γκούγκλισες
αυτός/αυτή/αυτό γκούγκλισε
εμείς γκουγκλίσαμε
εσείς γκουγκλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκούγκλισαν / γκουγκλίσαν / γκουγκλίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γκουγκλίζω
εσύ θα γκουγκλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκουγκλίζει
εμείς θα γκουγκλίζουμε
εσείς θα γκουγκλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκουγκλίζουν / θα γκουγκλίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γκουγκλίσω
εσύ θα γκουγκλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκουγκλίσει
εμείς θα γκουγκλίσουμε
εσείς θα γκουγκλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκουγκλίσουν / θα γκουγκλίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γκουγκλίσω
εσύ να γκουγκλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γκουγκλίσει
εμείς να γκουγκλίσουμε
εσείς να γκουγκλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γκουγκλίσουν / γκουγκλίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γκουγκλίσει
εσύ έχεις γκουγκλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γκουγκλίσει
εμείς έχουμε γκουγκλίσει
εσείς έχετε γκουγκλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γκουγκλίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γκουγκλίσει
εσύ είχες γκουγκλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γκουγκλίσει
εμείς είχαμε γκουγκλίσει
εσείς είχατε γκουγκλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γκουγκλίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γκουγκλίσει
εσύ θα έχεις γκουγκλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γκουγκλίσει
εμείς θα έχουμε γκουγκλίσει
εσείς θα έχετε γκουγκλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γκουγκλίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γκούγκλιζε
(εσείς) γκουγκλίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γκούγκλισε
(εσείς) γκουγκλίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γκουγκλίζοντας / έχοντας γκουγκλίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

γκουγκλισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

γκουγκλίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.