to knock up (impregnate a woman)
Πλήρης κλίση του ρήματος γκαστρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γκαστρώνω
εσύ γκαστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό γκαστρώνει
εμείς γκαστρώνουμε
εσείς γκαστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά γκαστρώνουν / γκαστρώνουνε
Παρατατικός
εγώ γκάστρωνα
εσύ γκάστρωνες
αυτός/αυτή/αυτό γκάστρωνε
εμείς γκαστρώναμε
εσείς γκαστρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκάστρωναν / γκαστρώναν / γκαστρώνανε
Αόριστος
εγώ γκάστρωσα
εσύ γκάστρωσες
αυτός/αυτή/αυτό γκάστρωσε
εμείς γκαστρώσαμε
εσείς γκαστρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκάστρωσαν / γκαστρώσαν / γκαστρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γκαστρώνω
εσύ θα γκαστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκαστρώνει
εμείς θα γκαστρώνουμε
εσείς θα γκαστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκαστρώνουν / θα γκαστρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γκαστρώσω
εσύ θα γκαστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γκαστρώσει
εμείς θα γκαστρώσουμε
εσείς θα γκαστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκαστρώσουν / θα γκαστρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γκαστρώσω
εσύ να γκαστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γκαστρώσει
εμείς να γκαστρώσουμε
εσείς να γκαστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γκαστρώσουν / γκαστρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γκαστρώσει
εσύ έχεις γκαστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γκαστρώσει
εμείς έχουμε γκαστρώσει
εσείς έχετε γκαστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γκαστρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γκαστρώσει
εσύ είχες γκαστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γκαστρώσει
εμείς είχαμε γκαστρώσει
εσείς είχατε γκαστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γκαστρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γκαστρώσει
εσύ θα έχεις γκαστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γκαστρώσει
εμείς θα έχουμε γκαστρώσει
εσείς θα έχετε γκαστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γκαστρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γκάστρωνε
(εσείς) γκαστρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γκάστρωσε
(εσείς) γκαστρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γκαστρώνομαι
εσύ γκαστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γκαστρώνεται
εμείς γκαστρωνόμαστε
εσείς γκαστρώνεστε / γκαστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γκαστρώνονται
Παρατατικός
εγώ γκαστρωνόμουν / γκαστρωνόμουνα
εσύ γκαστρωνόσουν / γκαστρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γκαστρωνόταν / γκαστρωνότανε
εμείς γκαστρωνόμασταν / γκαστρωνόμαστε
εσείς γκαστρωνόσασταν / γκαστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γκαστρώνονταν / γκαστρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ γκαστρώθηκα
εσύ γκαστρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό γκαστρώθηκε
εμείς γκαστρωθήκαμε
εσείς γκαστρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γκαστρώθηκαν / γκαστρωθήκαν / γκαστρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γκαστρώνομαι
εσύ θα γκαστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γκαστρώνεται
εμείς θα γκαστρωνόμαστε
εσείς θα γκαστρώνεστε / θα γκαστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκαστρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γκαστρωθώ
εσύ θα γκαστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γκαστρωθεί
εμείς θα γκαστρωθούμε
εσείς θα γκαστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γκαστρωθούν / θα γκαστρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γκαστρωθώ
εσύ να γκαστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να γκαστρωθεί
εμείς να γκαστρωθούμε
εσείς να γκαστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γκαστρωθούν / γκαστρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γκαστρωθεί
εσύ έχεις γκαστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γκαστρωθεί
εμείς έχουμε γκαστρωθεί
εσείς έχετε γκαστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γκαστρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γκαστρωθεί
εσύ είχες γκαστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γκαστρωθεί
εμείς είχαμε γκαστρωθεί
εσείς είχατε γκαστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γκαστρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γκαστρωθεί
εσύ θα έχεις γκαστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γκαστρωθεί
εμείς θα έχουμε γκαστρωθεί
εσείς θα έχετε γκαστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γκαστρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γκαστρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γκαστρώσου
(εσείς) γκαστρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γκαστρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γκαστρώσει
Μετοχή παρακειμένου
γκαστρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γκαστρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γκαστρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.