to shout down, boo, jeer (to insult someone by whistling and making loud noises and not letting them speak)
Πλήρης κλίση του ρήματος γιουχαΐζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γιουχαΐζω
εσύ γιουχαΐζεις
αυτός/αυτή/αυτό γιουχαΐζει
εμείς γιουχαΐζουμε
εσείς γιουχαΐζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχαΐζουν / γιουχαΐζουνε
Παρατατικός
εγώ γιουχάιζα
εσύ γιουχάιζες
αυτός/αυτή/αυτό γιουχάιζε
εμείς γιουχαΐζαμε
εσείς γιουχαΐζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχάιζαν / γιουχαΐζαν / γιουχαΐζανε
Αόριστος
εγώ γιουχάισα
εσύ γιουχάισες
αυτός/αυτή/αυτό γιουχάισε
εμείς γιουχαΐσαμε
εσείς γιουχαΐσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχάισαν / γιουχαΐσαν / γιουχαΐσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γιουχαΐζω
εσύ θα γιουχαΐζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γιουχαΐζει
εμείς θα γιουχαΐζουμε
εσείς θα γιουχαΐζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γιουχαΐζουν / θα γιουχαΐζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιουχαΐσω
εσύ θα γιουχαΐσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γιουχαΐσει
εμείς θα γιουχαΐσουμε
εσείς θα γιουχαΐσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γιουχαΐσουν / θα γιουχαΐσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γιουχαΐσω
εσύ να γιουχαΐσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γιουχαΐσει
εμείς να γιουχαΐσουμε
εσείς να γιουχαΐσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γιουχαΐσουν / γιουχαΐσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γιουχαΐσει
εσύ έχεις γιουχαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γιουχαΐσει
εμείς έχουμε γιουχαΐσει
εσείς έχετε γιουχαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γιουχαΐσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γιουχαΐσει
εσύ είχες γιουχαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γιουχαΐσει
εμείς είχαμε γιουχαΐσει
εσείς είχατε γιουχαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γιουχαΐσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γιουχαΐσει
εσύ θα έχεις γιουχαΐσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γιουχαΐσει
εμείς θα έχουμε γιουχαΐσει
εσείς θα έχετε γιουχαΐσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γιουχαΐσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γιουχάιζε
(εσείς) γιουχαΐζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γιουχάισε
(εσείς) γιουχαΐστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γιουχαΐζομαι
εσύ γιουχαΐζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γιουχαΐζεται
εμείς γιουχαϊζόμαστε
εσείς γιουχαΐζεστε / γιουχαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχαΐζονται
Παρατατικός
εγώ γιουχαϊζόμουν / γιουχαϊζόμουνα
εσύ γιουχαϊζόσουν / γιουχαϊζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γιουχαϊζόταν / γιουχαϊζότανε
εμείς γιουχαϊζόμασταν / γιουχαϊζόμαστε
εσείς γιουχαϊζόσασταν / γιουχαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχαΐζονταν / γιουχαϊζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γιουχαΐστηκα
εσύ γιουχαΐστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γιουχαΐστηκε
εμείς γιουχαϊστήκαμε
εσείς γιουχαϊστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γιουχαΐστηκαν / γιουχαϊστήκαν / γιουχαϊστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γιουχαΐζομαι
εσύ θα γιουχαΐζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γιουχαΐζεται
εμείς θα γιουχαϊζόμαστε
εσείς θα γιουχαΐζεστε / θα γιουχαϊζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γιουχαΐζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιουχαϊστώ
εσύ θα γιουχαϊστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γιουχαϊστεί
εμείς θα γιουχαϊστούμε
εσείς θα γιουχαϊστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γιουχαϊστούν / θα γιουχαϊστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γιουχαϊστώ
εσύ να γιουχαϊστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γιουχαϊστεί
εμείς να γιουχαϊστούμε
εσείς να γιουχαϊστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γιουχαϊστούν / γιουχαϊστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γιουχαϊστεί
εσύ έχεις γιουχαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γιουχαϊστεί
εμείς έχουμε γιουχαϊστεί
εσείς έχετε γιουχαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γιουχαϊστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γιουχαϊστεί
εσύ είχες γιουχαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γιουχαϊστεί
εμείς είχαμε γιουχαϊστεί
εσείς είχατε γιουχαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γιουχαϊστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γιουχαϊστεί
εσύ θα έχεις γιουχαϊστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γιουχαϊστεί
εμείς θα έχουμε γιουχαϊστεί
εσείς θα έχετε γιουχαϊστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γιουχαϊστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γιουχαΐζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γιουχαΐσου
(εσείς) γιουχαϊστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γιουχαΐζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γιουχαΐσει
Απαρέμφατο
γιουχαΐσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γιουχαϊστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.