Κλίση του ρήματος γητεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γητεύω
use magic to enchant
Πλήρης κλίση του ρήματος γητεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γητεύω
εσύ γητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό γητεύει
εμείς γητεύουμε
εσείς γητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά γητεύουν / γητεύουνε

Παρατατικός

εγώ γήτευα
εσύ γήτευες
αυτός/αυτή/αυτό γήτευε
εμείς γητεύαμε
εσείς γητεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά γήτευαν / γητεύαν / γητεύανε

Αόριστος

εγώ γήτεψα
εσύ γήτεψες
αυτός/αυτή/αυτό γήτεψε
εμείς γητέψαμε
εσείς γητέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά γήτεψαν / γητέψαν / γητέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γητεύω
εσύ θα γητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γητεύει
εμείς θα γητεύουμε
εσείς θα γητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γητεύουν / θα γητεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γητέψω
εσύ θα γητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γητέψει
εμείς θα γητέψουμε
εσείς θα γητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γητέψουν / θα γητέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γητέψω
εσύ να γητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γητέψει
εμείς να γητέψουμε
εσείς να γητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γητέψουν / γητέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γητέψει
εσύ έχεις γητέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γητέψει
εμείς έχουμε γητέψει
εσείς έχετε γητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γητέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γητέψει
εσύ είχες γητέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γητέψει
εμείς είχαμε γητέψει
εσείς είχατε γητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γητέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γητέψει
εσύ θα έχεις γητέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γητέψει
εμείς θα έχουμε γητέψει
εσείς θα έχετε γητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γητέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γήτευε
(εσείς) γητεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γήτεψε / γήτευ'
(εσείς) γητέψτε / γητεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γητεύομαι
εσύ γητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γητεύεται
εμείς γητευόμαστε
εσείς γητεύεστε / γητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γητεύονται

Παρατατικός

εγώ γητευόμουν / γητευόμουνα
εσύ γητευόσουν / γητευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γητευόταν / γητευότανε
εμείς γητευόμασταν / γητευόμαστε
εσείς γητευόσασταν / γητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γητεύονταν / γητευόντουσαν

Αόριστος

εγώ γητεύτηκα
εσύ γητεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό γητεύτηκε
εμείς γητευτήκαμε
εσείς γητευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γητεύτηκαν / γητευτήκαν / γητευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γητεύομαι
εσύ θα γητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γητεύεται
εμείς θα γητευόμαστε
εσείς θα γητεύεστε / θα γητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γητεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γητευτώ
εσύ θα γητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γητευτεί
εμείς θα γητευτούμε
εσείς θα γητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γητευτούν / θα γητευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γητευτώ
εσύ να γητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να γητευτεί
εμείς να γητευτούμε
εσείς να γητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γητευτούν / γητευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γητευτεί
εσύ έχεις γητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γητευτεί
εμείς έχουμε γητευτεί
εσείς έχετε γητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γητευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γητευτεί
εσύ είχες γητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γητευτεί
εμείς είχαμε γητευτεί
εσείς είχατε γητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γητευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γητευτεί
εσύ θα έχεις γητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γητευτεί
εμείς θα έχουμε γητευτεί
εσείς θα έχετε γητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γητευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) γητεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γητέψου
(εσείς) γητευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γητεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας γητέψει

Μετοχή παρακειμένου

γητεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

γητέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

γητευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.