to fill, fill up
Πλήρης κλίση του ρήματος γεμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γεμίζω
εσύ γεμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γεμίζει
εμείς γεμίζουμε
εσείς γεμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γεμίζουν / γεμίζουνε
Παρατατικός
εγώ γέμιζα
εσύ γέμιζες
αυτός/αυτή/αυτό γέμιζε
εμείς γεμίζαμε
εσείς γεμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γέμιζαν / γεμίζαν / γεμίζανε
Αόριστος
εγώ γέμισα
εσύ γέμισες
αυτός/αυτή/αυτό γέμισε
εμείς γεμίσαμε
εσείς γεμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γέμισαν / γεμίσαν / γεμίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γεμίζω
εσύ θα γεμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γεμίζει
εμείς θα γεμίζουμε
εσείς θα γεμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γεμίζουν / θα γεμίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γεμίσω
εσύ θα γεμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γεμίσει
εμείς θα γεμίσουμε
εσείς θα γεμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γεμίσουν / θα γεμίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γεμίσω
εσύ να γεμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γεμίσει
εμείς να γεμίσουμε
εσείς να γεμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γεμίσουν / γεμίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γεμίσει
εσύ έχεις γεμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γεμίσει
εμείς έχουμε γεμίσει
εσείς έχετε γεμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γεμίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γεμίσει
εσύ είχες γεμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γεμίσει
εμείς είχαμε γεμίσει
εσείς είχατε γεμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γεμίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γεμίσει
εσύ θα έχεις γεμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γεμίσει
εμείς θα έχουμε γεμίσει
εσείς θα έχετε γεμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γεμίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γέμιζε
(εσείς) γεμίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γέμισε
(εσείς) γεμίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γεμίζοντας / έχοντας γεμίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
γεμισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γεμίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.