Κλίση του ρήματος γειτονεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

γειτονεύω
to be a neighbour (UK) / neighbor (US) (of)
Πλήρης κλίση του ρήματος γειτονεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ γειτονεύω
εσύ γειτονεύεις
αυτός/αυτή/αυτό γειτονεύει
εμείς γειτονεύουμε
εσείς γειτονεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά γειτονεύουν / γειτονεύουνε

Παρατατικός

εγώ γειτόνευα
εσύ γειτόνευες
αυτός/αυτή/αυτό γειτόνευε
εμείς γειτονεύαμε
εσείς γειτονεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά γειτόνευαν / γειτονεύαν / γειτονεύανε

Αόριστος

εγώ γειτόνεψα
εσύ γειτόνεψες
αυτός/αυτή/αυτό γειτόνεψε
εμείς γειτονέψαμε
εσείς γειτονέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά γειτόνεψαν / γειτονέψαν / γειτονέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα γειτονεύω
εσύ θα γειτονεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γειτονεύει
εμείς θα γειτονεύουμε
εσείς θα γειτονεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γειτονεύουν / θα γειτονεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα γειτονέψω
εσύ θα γειτονέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γειτονέψει
εμείς θα γειτονέψουμε
εσείς θα γειτονέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γειτονέψουν / θα γειτονέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να γειτονέψω
εσύ να γειτονέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γειτονέψει
εμείς να γειτονέψουμε
εσείς να γειτονέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γειτονέψουν / γειτονέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω γειτονέψει
εσύ έχεις γειτονέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γειτονέψει
εμείς έχουμε γειτονέψει
εσείς έχετε γειτονέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γειτονέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα γειτονέψει
εσύ είχες γειτονέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γειτονέψει
εμείς είχαμε γειτονέψει
εσείς είχατε γειτονέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γειτονέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω γειτονέψει
εσύ θα έχεις γειτονέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γειτονέψει
εμείς θα έχουμε γειτονέψει
εσείς θα έχετε γειτονέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γειτονέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) γειτόνευε
(εσείς) γειτονεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) γειτόνεψε
(εσείς) γειτονέψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

γειτονεύοντας / έχοντας γειτονέψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

γειτονεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

γειτονέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.