to graze, scuff
Πλήρης κλίση του ρήματος γδέρνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γδέρνω
εσύ γδέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό γδέρνει
εμείς γδέρνουμε
εσείς γδέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά γδέρνουν / γδέρνουνε
Παρατατικός
εγώ έγδερνα
εσύ έγδερνες
αυτός/αυτή/αυτό έγδερνε
εμείς γδέρναμε
εσείς γδέρνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγδερναν / γδέρναν / γδέρνανε
Αόριστος
εγώ έγδαρα
εσύ έγδαρες
αυτός/αυτή/αυτό έγδαρε
εμείς γδάραμε
εσείς γδάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγδαραν / γδάραν / γδάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γδέρνω
εσύ θα γδέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γδέρνει
εμείς θα γδέρνουμε
εσείς θα γδέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γδέρνουν / θα γδέρνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γδάρω
εσύ θα γδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γδάρει
εμείς θα γδάρουμε
εσείς θα γδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γδάρουν / θα γδάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γδάρω
εσύ να γδάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να γδάρει
εμείς να γδάρουμε
εσείς να γδάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γδάρουν / γδάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γδάρει
εσύ έχεις γδάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γδάρει
εμείς έχουμε γδάρει
εσείς έχετε γδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γδάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γδάρει
εσύ είχες γδάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γδάρει
εμείς είχαμε γδάρει
εσείς είχατε γδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γδάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γδάρει
εσύ θα έχεις γδάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γδάρει
εμείς θα έχουμε γδάρει
εσείς θα έχετε γδάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γδάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γδέρνε
(εσείς) γδέρνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γδάρε
(εσείς) γδάρτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γδέρνομαι
εσύ γδέρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γδέρνεται
εμείς γδερνόμαστε
εσείς γδέρνεστε / γδερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γδέρνονται
Παρατατικός
εγώ γδερνόμουν / γδερνόμουνα
εσύ γδερνόσουν / γδερνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γδερνόταν / γδερνότανε
εμείς γδερνόμασταν / γδερνόμαστε
εσείς γδερνόσασταν / γδερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γδέρνονταν / γδερνόντουσαν
Αόριστος
εγώ γδάρθηκα
εσύ γδάρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό γδάρθηκε
εμείς γδαρθήκαμε
εσείς γδαρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γδάρθηκαν / γδαρθήκαν / γδαρθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γδέρνομαι
εσύ θα γδέρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γδέρνεται
εμείς θα γδερνόμαστε
εσείς θα γδέρνεστε / θα γδερνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γδέρνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γδαρθώ
εσύ θα γδαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γδαρθεί
εμείς θα γδαρθούμε
εσείς θα γδαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γδαρθούν / θα γδαρθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γδαρθώ
εσύ να γδαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να γδαρθεί
εμείς να γδαρθούμε
εσείς να γδαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γδαρθούν / γδαρθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γδαρθεί
εσύ έχεις γδαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γδαρθεί
εμείς έχουμε γδαρθεί
εσείς έχετε γδαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γδαρθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γδαρθεί
εσύ είχες γδαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γδαρθεί
εμείς είχαμε γδαρθεί
εσείς είχατε γδαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γδαρθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γδαρθεί
εσύ θα έχεις γδαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γδαρθεί
εμείς θα έχουμε γδαρθεί
εσείς θα έχετε γδαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γδαρθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γδέρνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γδάρσου
(εσείς) γδαρθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γδέρνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γδάρει
Μετοχή παρακειμένου
γδαρμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γδάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γδαρθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.