to decorate, garnish, embellish
Πλήρης κλίση του ρήματος γαρνίρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαρνίρω
εσύ γαρνίρεις
αυτός/αυτή/αυτό γαρνίρει
εμείς γαρνίρουμε
εσείς γαρνίρετε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνίρουν / γαρνίρουνε
Παρατατικός
εγώ γαρνίριζα / γάρνιρα
εσύ γαρνίριζες / γάρνιρες
αυτός/αυτή/αυτό γαρνίριζε / γάρνιρε
εμείς γαρνίραμε
εσείς γαρνίρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνίριζαν / γαρνίραν / γαρνίρανε / γάρνιραν
Αόριστος
εγώ γαρνίρισα
εσύ γαρνίρισες
αυτός/αυτή/αυτό γαρνίρισε
εμείς γαρνίραμε
εσείς γαρνίρατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνίρισαν / γαρνίραν / γαρνίρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαρνίρω
εσύ θα γαρνίρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαρνίρει
εμείς θα γαρνίρουμε
εσείς θα γαρνίρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαρνίρουν / θα γαρνίρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαρνίρω
εσύ θα γαρνίρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαρνίρει
εμείς θα γαρνίρουμε
εσείς θα γαρνίρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαρνίρουν / θα γαρνίρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαρνίρω
εσύ να γαρνίρεις
αυτός/αυτή/αυτό να γαρνίρει
εμείς να γαρνίρουμε
εσείς να γαρνίρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαρνίρουν / γαρνίρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαρνίρει
εσύ έχεις γαρνίρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαρνίρει
εμείς έχουμε γαρνίρει
εσείς έχετε γαρνίρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαρνίρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαρνίρει
εσύ είχες γαρνίρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαρνίρει
εμείς είχαμε γαρνίρει
εσείς είχατε γαρνίρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαρνίρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαρνίρει
εσύ θα έχεις γαρνίρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαρνίρει
εμείς θα έχουμε γαρνίρει
εσείς θα έχετε γαρνίρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαρνίρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γάρνιρε / γαρνίριζε
(εσείς) γαρνίρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γάρνιρε / γαρνίρισε
(εσείς) γαρνίρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαρνίρομαι
εσύ γαρνίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γαρνίρεται
εμείς γαρνιριζόμαστε
εσείς γαρνίρεστε / γαρνιριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνίρονται
Παρατατικός
εγώ γαρνιριζόμουν / γαρνιριζόμουνα
εσύ γαρνιριζόσουν / γαρνιριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γαρνιριζόταν / γαρνιριζότανε
εμείς γαρνιριζόμασταν / γαρνιριζόμαστε
εσείς γαρνιριζόσασταν / γαρνιριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνίρονταν / γαρνιριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γαρνιρίστηκα
εσύ γαρνιρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γαρνιρίστηκε
εμείς γαρνιριστήκαμε
εσείς γαρνιριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαρνιρίστηκαν / γαρνιριστήκαν / γαρνιριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαρνίρομαι
εσύ θα γαρνίρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γαρνίρεται
εμείς θα γαρνιριζόμαστε
εσείς θα γαρνίρεστε / θα γαρνιριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαρνίρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαρνιριστώ
εσύ θα γαρνιριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γαρνιριστεί
εμείς θα γαρνιριστούμε
εσείς θα γαρνιριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαρνιριστούν / θα γαρνιριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαρνιριστώ
εσύ να γαρνιριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γαρνιριστεί
εμείς να γαρνιριστούμε
εσείς να γαρνιριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαρνιριστούν / γαρνιριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαρνιριστεί
εσύ έχεις γαρνιριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαρνιριστεί
εμείς έχουμε γαρνιριστεί
εσείς έχετε γαρνιριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαρνιριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαρνιριστεί
εσύ είχες γαρνιριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαρνιριστεί
εμείς είχαμε γαρνιριστεί
εσείς είχατε γαρνιριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαρνιριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαρνιριστεί
εσύ θα έχεις γαρνιριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαρνιριστεί
εμείς θα έχουμε γαρνιριστεί
εσείς θα έχετε γαρνιριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαρνιριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γαρνίρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαρνιρίσου
(εσείς) γαρνιριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γαρνίροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γαρνίρει
Μετοχή παρακειμένου
γαρνιρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γαρνίρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γαρνιριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.