Πλήρης κλίση του ρήματος γαργαλεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαργαλεύω
εσύ γαργαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό γαργαλεύει
εμείς γαργαλεύουμε
εσείς γαργαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργαλεύουν / γαργαλεύουνε
Παρατατικός
εγώ γαργάλευα
εσύ γαργάλευες
αυτός/αυτή/αυτό γαργάλευε
εμείς γαργαλεύαμε
εσείς γαργαλεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργάλευαν / γαργαλεύαν / γαργαλεύανε
Αόριστος
εγώ γαργάλεψα
εσύ γαργάλεψες
αυτός/αυτή/αυτό γαργάλεψε
εμείς γαργαλέψαμε
εσείς γαργαλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργάλεψαν / γαργαλέψαν / γαργαλέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαργαλεύω
εσύ θα γαργαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαργαλεύει
εμείς θα γαργαλεύουμε
εσείς θα γαργαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαργαλεύουν / θα γαργαλεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαργαλέψω
εσύ θα γαργαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαργαλέψει
εμείς θα γαργαλέψουμε
εσείς θα γαργαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαργαλέψουν / θα γαργαλέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαργαλέψω
εσύ να γαργαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να γαργαλέψει
εμείς να γαργαλέψουμε
εσείς να γαργαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαργαλέψουν / γαργαλέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαργαλέψει
εσύ έχεις γαργαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαργαλέψει
εμείς έχουμε γαργαλέψει
εσείς έχετε γαργαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαργαλέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαργαλέψει
εσύ είχες γαργαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαργαλέψει
εμείς είχαμε γαργαλέψει
εσείς είχατε γαργαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαργαλέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαργαλέψει
εσύ θα έχεις γαργαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαργαλέψει
εμείς θα έχουμε γαργαλέψει
εσείς θα έχετε γαργαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαργαλέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γαργάλευε
(εσείς) γαργαλεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαργάλεψε / γαργάλευ'
(εσείς) γαργαλέψτε / γαργαλεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαργαλεύομαι
εσύ γαργαλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γαργαλεύεται
εμείς γαργαλευόμαστε
εσείς γαργαλεύεστε / γαργαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργαλεύονται
Παρατατικός
εγώ γαργαλευόμουν / γαργαλευόμουνα
εσύ γαργαλευόσουν / γαργαλευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γαργαλευόταν / γαργαλευότανε
εμείς γαργαλευόμασταν / γαργαλευόμαστε
εσείς γαργαλευόσασταν / γαργαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργαλεύονταν / γαργαλευόντουσαν
Αόριστος
εγώ γαργαλεύτηκα
εσύ γαργαλεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό γαργαλεύτηκε
εμείς γαργαλευτήκαμε
εσείς γαργαλευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαργαλεύτηκαν / γαργαλευτήκαν / γαργαλευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαργαλεύομαι
εσύ θα γαργαλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γαργαλεύεται
εμείς θα γαργαλευόμαστε
εσείς θα γαργαλεύεστε / θα γαργαλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαργαλεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαργαλευτώ
εσύ θα γαργαλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γαργαλευτεί
εμείς θα γαργαλευτούμε
εσείς θα γαργαλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαργαλευτούν / θα γαργαλευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαργαλευτώ
εσύ να γαργαλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να γαργαλευτεί
εμείς να γαργαλευτούμε
εσείς να γαργαλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαργαλευτούν / γαργαλευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαργαλευτεί
εσύ έχεις γαργαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαργαλευτεί
εμείς έχουμε γαργαλευτεί
εσείς έχετε γαργαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαργαλευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαργαλευτεί
εσύ είχες γαργαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαργαλευτεί
εμείς είχαμε γαργαλευτεί
εσείς είχατε γαργαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαργαλευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαργαλευτεί
εσύ θα έχεις γαργαλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαργαλευτεί
εμείς θα έχουμε γαργαλευτεί
εσείς θα έχετε γαργαλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαργαλευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γαργαλεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαργαλέψου
(εσείς) γαργαλευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γαργαλεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γαργαλέψει
Μετοχή παρακειμένου
γαργαλεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γαργαλέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γαργαλευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.