to swear like a trooper, swear like a sailor, eff and blind (to curse freely and indiscriminately)
Πλήρης κλίση του ρήματος γαμοσταυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαμοσταυρίζω
εσύ γαμοσταυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γαμοσταυρίζει
εμείς γαμοσταυρίζουμε
εσείς γαμοσταυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμοσταυρίζουν / γαμοσταυρίζουνε
Παρατατικός
εγώ γαμοσταύριζα
εσύ γαμοσταύριζες
αυτός/αυτή/αυτό γαμοσταύριζε
εμείς γαμοσταυρίζαμε
εσείς γαμοσταυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμοσταύριζαν / γαμοσταυρίζαν / γαμοσταυρίζανε
Αόριστος
εγώ γαμοσταύρισα
εσύ γαμοσταύρισες
αυτός/αυτή/αυτό γαμοσταύρισε
εμείς γαμοσταυρίσαμε
εσείς γαμοσταυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμοσταύρισαν / γαμοσταυρίσαν / γαμοσταυρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαμοσταυρίζω
εσύ θα γαμοσταυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμοσταυρίζει
εμείς θα γαμοσταυρίζουμε
εσείς θα γαμοσταυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμοσταυρίζουν / θα γαμοσταυρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαμοσταυρίσω
εσύ θα γαμοσταυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμοσταυρίσει
εμείς θα γαμοσταυρίσουμε
εσείς θα γαμοσταυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμοσταυρίσουν / θα γαμοσταυρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαμοσταυρίσω
εσύ να γαμοσταυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γαμοσταυρίσει
εμείς να γαμοσταυρίσουμε
εσείς να γαμοσταυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαμοσταυρίσουν / γαμοσταυρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαμοσταυρίσει
εσύ έχεις γαμοσταυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαμοσταυρίσει
εμείς έχουμε γαμοσταυρίσει
εσείς έχετε γαμοσταυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαμοσταυρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαμοσταυρίσει
εσύ είχες γαμοσταυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαμοσταυρίσει
εμείς είχαμε γαμοσταυρίσει
εσείς είχατε γαμοσταυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαμοσταυρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαμοσταυρίσει
εσύ θα έχεις γαμοσταυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαμοσταυρίσει
εμείς θα έχουμε γαμοσταυρίσει
εσείς θα έχετε γαμοσταυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαμοσταυρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γαμοσταύριζε
(εσείς) γαμοσταυρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαμοσταύρισε
(εσείς) γαμοσταυρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γαμοσταυρίζοντας / έχοντας γαμοσταυρίσει
Απαρέμφατο
γαμοσταυρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.