to fuck, screw, shag
Πλήρης κλίση του ρήματος γαμάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαμάω / γαμώ
εσύ γαμάς
αυτός/αυτή/αυτό γαμάει / γαμά
εμείς γαμάμε / γαμούμε
εσείς γαμάτε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμάνε / γαμάν / γαμούν / γαμούνε
Παρατατικός
εγώ γαμούσα / γάμαγα
εσύ γαμούσες / γάμαγες
αυτός/αυτή/αυτό γαμούσε / γάμαγε
εμείς γαμούσαμε / γαμάγαμε
εσείς γαμούσατε / γαμάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμούσαν / γαμούσανε / γάμαγαν / γαμάγανε
Αόριστος
εγώ γάμησα
εσύ γάμησες
αυτός/αυτή/αυτό γάμησε
εμείς γαμήσαμε
εσείς γαμήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γάμησαν / γαμήσαν / γαμήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαμάω / θα γαμώ
εσύ θα γαμάς
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμάει / θα γαμά
εμείς θα γαμάμε / θα γαμούμε
εσείς θα γαμάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμάνε / θα γαμάν / θα γαμούν / θα γαμούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαμήσω
εσύ θα γαμήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμήσει
εμείς θα γαμήσουμε
εσείς θα γαμήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμήσουν / θα γαμήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαμήσω
εσύ να γαμήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γαμήσει
εμείς να γαμήσουμε
εσείς να γαμήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαμήσουν / γαμήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαμήσει
εσύ έχεις γαμήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαμήσει
εμείς έχουμε γαμήσει
εσείς έχετε γαμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαμήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαμήσει
εσύ είχες γαμήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαμήσει
εμείς είχαμε γαμήσει
εσείς είχατε γαμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαμήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαμήσει
εσύ θα έχεις γαμήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαμήσει
εμείς θα έχουμε γαμήσει
εσείς θα έχετε γαμήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαμήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γάμα / γάμαγε
(εσείς) γαμάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γάμησε / γάμα
(εσείς) γαμήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαμιέμαι
εσύ γαμιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό γαμιέται
εμείς γαμιόμαστε
εσείς γαμιέστε / γαμιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμιούνται / γαμιόνται
Παρατατικός
εγώ γαμιόμουν / γαμιόμουνα
εσύ γαμιόσουν / γαμιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γαμιόταν / γαμιότανε
εμείς γαμιόμασταν / γαμιόμαστε
εσείς γαμιόσασταν / γαμιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμιόνταν / γαμιόντανε / γαμιόντουσαν / γαμιούνταν
Αόριστος
εγώ γαμήθηκα
εσύ γαμήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό γαμήθηκε
εμείς γαμηθήκαμε
εσείς γαμηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαμήθηκαν / γαμηθήκαν / γαμηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαμιέμαι
εσύ θα γαμιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμιέται
εμείς θα γαμιόμαστε
εσείς θα γαμιέστε / θα γαμιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμιούνται / θα γαμιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαμηθώ
εσύ θα γαμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γαμηθεί
εμείς θα γαμηθούμε
εσείς θα γαμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαμηθούν / θα γαμηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαμηθώ
εσύ να γαμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να γαμηθεί
εμείς να γαμηθούμε
εσείς να γαμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαμηθούν / γαμηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαμηθεί
εσύ έχεις γαμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαμηθεί
εμείς έχουμε γαμηθεί
εσείς έχετε γαμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαμηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαμηθεί
εσύ είχες γαμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαμηθεί
εμείς είχαμε γαμηθεί
εσείς είχατε γαμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαμηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαμηθεί
εσύ θα έχεις γαμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαμηθεί
εμείς θα έχουμε γαμηθεί
εσείς θα έχετε γαμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαμηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γαμιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαμήσου
(εσείς) γαμηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γαμώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γαμήσει
Μετοχή παρακειμένου
γαμημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γαμήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γαμηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.