to galvanise (UK), galvanize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος γαλβανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαλβανίζω
εσύ γαλβανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό γαλβανίζει
εμείς γαλβανίζουμε
εσείς γαλβανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβανίζουν / γαλβανίζουνε
Παρατατικός
εγώ γαλβάνιζα
εσύ γαλβάνιζες
αυτός/αυτή/αυτό γαλβάνιζε
εμείς γαλβανίζαμε
εσείς γαλβανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβάνιζαν / γαλβανίζαν / γαλβανίζανε
Αόριστος
εγώ γαλβάνισα
εσύ γαλβάνισες
αυτός/αυτή/αυτό γαλβάνισε
εμείς γαλβανίσαμε
εσείς γαλβανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβάνισαν / γαλβανίσαν / γαλβανίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαλβανίζω
εσύ θα γαλβανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαλβανίζει
εμείς θα γαλβανίζουμε
εσείς θα γαλβανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαλβανίζουν / θα γαλβανίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαλβανίσω
εσύ θα γαλβανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γαλβανίσει
εμείς θα γαλβανίσουμε
εσείς θα γαλβανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαλβανίσουν / θα γαλβανίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαλβανίσω
εσύ να γαλβανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να γαλβανίσει
εμείς να γαλβανίσουμε
εσείς να γαλβανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαλβανίσουν / γαλβανίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαλβανίσει
εσύ έχεις γαλβανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαλβανίσει
εμείς έχουμε γαλβανίσει
εσείς έχετε γαλβανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαλβανίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαλβανίσει
εσύ είχες γαλβανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαλβανίσει
εμείς είχαμε γαλβανίσει
εσείς είχατε γαλβανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαλβανίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαλβανίσει
εσύ θα έχεις γαλβανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαλβανίσει
εμείς θα έχουμε γαλβανίσει
εσείς θα έχετε γαλβανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαλβανίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γαλβάνιζε
(εσείς) γαλβανίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαλβάνισε
(εσείς) γαλβανίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γαλβανίζομαι
εσύ γαλβανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γαλβανίζεται
εμείς γαλβανιζόμαστε
εσείς γαλβανίζεστε / γαλβανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβανίζονται
Παρατατικός
εγώ γαλβανιζόμουν / γαλβανιζόμουνα
εσύ γαλβανιζόσουν / γαλβανιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γαλβανιζόταν / γαλβανιζότανε
εμείς γαλβανιζόμασταν / γαλβανιζόμαστε
εσείς γαλβανιζόσασταν / γαλβανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβανίζονταν / γαλβανιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ γαλβανίστηκα
εσύ γαλβανίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό γαλβανίστηκε
εμείς γαλβανιστήκαμε
εσείς γαλβανιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά γαλβανίστηκαν / γαλβανιστήκαν / γαλβανιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γαλβανίζομαι
εσύ θα γαλβανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γαλβανίζεται
εμείς θα γαλβανιζόμαστε
εσείς θα γαλβανίζεστε / θα γαλβανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαλβανίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαλβανιστώ
εσύ θα γαλβανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα γαλβανιστεί
εμείς θα γαλβανιστούμε
εσείς θα γαλβανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γαλβανιστούν / θα γαλβανιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γαλβανιστώ
εσύ να γαλβανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να γαλβανιστεί
εμείς να γαλβανιστούμε
εσείς να γαλβανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να γαλβανιστούν / γαλβανιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γαλβανιστεί
εσύ έχεις γαλβανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει γαλβανιστεί
εμείς έχουμε γαλβανιστεί
εσείς έχετε γαλβανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γαλβανιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γαλβανιστεί
εσύ είχες γαλβανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε γαλβανιστεί
εμείς είχαμε γαλβανιστεί
εσείς είχατε γαλβανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γαλβανιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γαλβανιστεί
εσύ θα έχεις γαλβανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γαλβανιστεί
εμείς θα έχουμε γαλβανιστεί
εσείς θα έχετε γαλβανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γαλβανιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γαλβανίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γαλβανίσου
(εσείς) γαλβανιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γαλβανίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας γαλβανίσει
Μετοχή παρακειμένου
γαλβανισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γαλβανίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
γαλβανιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.