to become
Πλήρης κλίση του ρήματος γίνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γίνομαι
εσύ γίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό γίνεται
εμείς γινόμαστε
εσείς γίνεστε / γινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γίνονται
Παρατατικός
εγώ γινόμουν / γινόμουνα
εσύ γινόσουν / γινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό γινόταν / γινότανε
εμείς γινόμασταν / ‑όμαστε
εσείς γινόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά γίνονταν / γινόντουσαν
Αόριστος
εγώ έγινα / γίνηκα
εσύ έγινες / γίνηκες
αυτός/αυτή/αυτό έγινε / γίνηκε
εμείς γίναμε / γινήκαμε
εσείς γίνατε / γινήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγιναν / γίναν / γίνανε / γίνηκαν / γινήκαν / γινήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γίνομαι
εσύ θα γίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα γίνεται
εμείς θα γινόμαστε
εσείς θα γίνεστε / θα γινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γίνω
εσύ θα γίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γίνει
εμείς θα γίνουμε
εσείς θα γίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γίνουν / θα γίνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γίνω
εσύ να γίνεις
αυτός/αυτή/αυτό να γίνει
εμείς να γίνουμε
εσείς να γίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γίνουν / γίνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γίνει
εσύ έχεις γίνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γίνει
εμείς έχουμε γίνει
εσείς έχετε γίνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γίνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γίνει
εσύ είχες γίνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γίνει
εμείς είχαμε γίνει
εσείς είχατε γίνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γίνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γίνει
εσύ θα έχεις γίνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γίνει
εμείς θα έχουμε γίνει
εσείς θα έχετε γίνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γίνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) γίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γίνε
(εσείς) γίνετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
γινωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
γίνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.