to tilt, lean
Πλήρης κλίση του ρήματος γέρνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ γέρνω
εσύ γέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό γέρνει
εμείς γέρνουμε
εσείς γέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά γέρνουν / γέρνουνε
Παρατατικός
εγώ έγερνα
εσύ έγερνες
αυτός/αυτή/αυτό έγερνε
εμείς γέρναμε
εσείς γέρνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγερναν / γέρναν / γέρνανε
Αόριστος
εγώ έγειρα
εσύ έγειρες
αυτός/αυτή/αυτό έγειρε
εμείς γείραμε
εσείς γείρατε
αυτοί/αυτές/αυτά έγειραν / γείραν / γείρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα γέρνω
εσύ θα γέρνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γέρνει
εμείς θα γέρνουμε
εσείς θα γέρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γέρνουν / θα γέρνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γείρω
εσύ θα γείρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα γείρει
εμείς θα γείρουμε
εσείς θα γείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα γείρουν / θα γείρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να γείρω
εσύ να γείρεις
αυτός/αυτή/αυτό να γείρει
εμείς να γείρουμε
εσείς να γείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να γείρουν / γείρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω γείρει
εσύ έχεις γείρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει γείρει
εμείς έχουμε γείρει
εσείς έχετε γείρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν γείρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα γείρει
εσύ είχες γείρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε γείρει
εμείς είχαμε γείρει
εσείς είχατε γείρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν γείρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω γείρει
εσύ θα έχεις γείρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει γείρει
εμείς θα έχουμε γείρει
εσείς θα έχετε γείρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν γείρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) γέρνε
(εσείς) γέρνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) γείρε
(εσείς) γείρτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
γέρνοντας / έχοντας γείρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
γερμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
γείρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.