to bang, clack, hit (make a loud and bothersome noise)
Πλήρης κλίση του ρήματος βροντοχτυπάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βροντοχτυπάω / βροντοχτυπώ
εσύ βροντοχτυπάς
αυτός/αυτή/αυτό βροντοχτυπάει / βροντοχτυπά
εμείς βροντοχτυπάμε / βροντοχτυπούμε
εσείς βροντοχτυπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά βροντοχτυπάνε / βροντοχτυπάν / βροντοχτυπούν / βροντοχτυπούνε
Παρατατικός
εγώ βροντοχτυπούσα / βροντοχτύπαγα
εσύ βροντοχτυπούσες / βροντοχτύπαγες
αυτός/αυτή/αυτό βροντοχτυπούσε / βροντοχτύπαγε
εμείς βροντοχτυπούσαμε / βροντοχτυπάγαμε
εσείς βροντοχτυπούσατε / βροντοχτυπάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά βροντοχτυπούσαν / βροντοχτυπούσανε / βροντοχτύπαγαν / βροντοχτυπάγανε
Αόριστος
εγώ βροντοχτύπησα
εσύ βροντοχτύπησες
αυτός/αυτή/αυτό βροντοχτύπησε
εμείς βροντοχτυπήσαμε
εσείς βροντοχτυπήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βροντοχτύπησαν / βροντοχτυπήσαν / βροντοχτυπήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βροντοχτυπάω / θα βροντοχτυπώ
εσύ θα βροντοχτυπάς
αυτός/αυτή/αυτό θα βροντοχτυπάει / θα βροντοχτυπά
εμείς θα βροντοχτυπάμε / θα βροντοχτυπούμε
εσείς θα βροντοχτυπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βροντοχτυπάνε / θα βροντοχτυπάν / θα βροντοχτυπούν / θα βροντοχτυπούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βροντοχτυπήσω
εσύ θα βροντοχτυπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βροντοχτυπήσει
εμείς θα βροντοχτυπήσουμε
εσείς θα βροντοχτυπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βροντοχτυπήσουν / θα βροντοχτυπήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βροντοχτυπήσω
εσύ να βροντοχτυπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βροντοχτυπήσει
εμείς να βροντοχτυπήσουμε
εσείς να βροντοχτυπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βροντοχτυπήσουν / βροντοχτυπήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βροντοχτυπήσει
εσύ έχεις βροντοχτυπήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βροντοχτυπήσει
εμείς έχουμε βροντοχτυπήσει
εσείς έχετε βροντοχτυπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βροντοχτυπήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βροντοχτυπήσει
εσύ είχες βροντοχτυπήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βροντοχτυπήσει
εμείς είχαμε βροντοχτυπήσει
εσείς είχατε βροντοχτυπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βροντοχτυπήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βροντοχτυπήσει
εσύ θα έχεις βροντοχτυπήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βροντοχτυπήσει
εμείς θα έχουμε βροντοχτυπήσει
εσείς θα έχετε βροντοχτυπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βροντοχτυπήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βροντοχτύπα / βροντοχτύπαγε
(εσείς) βροντοχτυπάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βροντοχτύπησε / βροντοχτύπα
(εσείς) βροντοχτυπήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βροντοχτυπώντας / έχοντας βροντοχτυπήσει
Απαρέμφατο
βροντοχτυπήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.