Κλίση του ρήματος βρομάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βρομάω
to smell (of), stink (of), reek (of) (to give off a bad odour)
Πλήρης κλίση του ρήματος βρομάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βρομάω / βρομώ
εσύ βρομάς
αυτός/αυτή/αυτό βρομάει / βρομά
εμείς βρομάμε / βρομούμε
εσείς βρομάτε
αυτοί/αυτές/αυτά βρομάνε / βρομάν / βρομούν / βρομούνε

Παρατατικός

εγώ βρομούσα / βρόμαγα
εσύ βρομούσες / βρόμαγες
αυτός/αυτή/αυτό βρομούσε / βρόμαγε
εμείς βρομούσαμε / βρομάγαμε
εσείς βρομούσατε / βρομάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά βρομούσαν / βρομούσανε / βρόμαγαν / βρομάγανε

Αόριστος

εγώ βρόμησα
εσύ βρόμησες
αυτός/αυτή/αυτό βρόμησε
εμείς βρομήσαμε
εσείς βρομήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βρόμησαν / βρομήσαν / βρομήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βρομάω / θα βρομώ
εσύ θα βρομάς
αυτός/αυτή/αυτό θα βρομάει / θα βρομά
εμείς θα βρομάμε / θα βρομούμε
εσείς θα βρομάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βρομάνε / θα βρομάν / θα βρομούν / θα βρομούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βρομήσω
εσύ θα βρομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βρομήσει
εμείς θα βρομήσουμε
εσείς θα βρομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βρομήσουν / θα βρομήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βρομήσω
εσύ να βρομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βρομήσει
εμείς να βρομήσουμε
εσείς να βρομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βρομήσουν / βρομήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βρομήσει
εσύ έχεις βρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βρομήσει
εμείς έχουμε βρομήσει
εσείς έχετε βρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βρομήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βρομήσει
εσύ είχες βρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βρομήσει
εμείς είχαμε βρομήσει
εσείς είχατε βρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βρομήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βρομήσει
εσύ θα έχεις βρομήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βρομήσει
εμείς θα έχουμε βρομήσει
εσείς θα έχετε βρομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βρομήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βρόμα / βρόμαγε
(εσείς) βρομάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βρόμησε / βρόμα
(εσείς) βρομήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βρομώντας / έχοντας βρομήσει

Απαρέμφατο

βρομήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.