to short circuit
Πλήρης κλίση του ρήματος βραχυκυκλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βραχυκυκλώνω
εσύ βραχυκυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκυκλώνει
εμείς βραχυκυκλώνουμε
εσείς βραχυκυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκυκλώνουν / βραχυκυκλώνουνε
Παρατατικός
εγώ βραχυκύκλωνα
εσύ βραχυκύκλωνες
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκύκλωνε
εμείς βραχυκυκλώναμε
εσείς βραχυκυκλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκύκλωναν / βραχυκυκλώναν / βραχυκυκλώνανε
Αόριστος
εγώ βραχυκύκλωσα
εσύ βραχυκύκλωσες
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκύκλωσε
εμείς βραχυκυκλώσαμε
εσείς βραχυκυκλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκύκλωσαν / βραχυκυκλώσαν / βραχυκυκλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βραχυκυκλώνω
εσύ θα βραχυκυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βραχυκυκλώνει
εμείς θα βραχυκυκλώνουμε
εσείς θα βραχυκυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βραχυκυκλώνουν / θα βραχυκυκλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βραχυκυκλώσω
εσύ θα βραχυκυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βραχυκυκλώσει
εμείς θα βραχυκυκλώσουμε
εσείς θα βραχυκυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βραχυκυκλώσουν / θα βραχυκυκλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βραχυκυκλώσω
εσύ να βραχυκυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βραχυκυκλώσει
εμείς να βραχυκυκλώσουμε
εσείς να βραχυκυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βραχυκυκλώσουν / βραχυκυκλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βραχυκυκλώσει
εσύ έχεις βραχυκυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βραχυκυκλώσει
εμείς έχουμε βραχυκυκλώσει
εσείς έχετε βραχυκυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βραχυκυκλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βραχυκυκλώσει
εσύ είχες βραχυκυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βραχυκυκλώσει
εμείς είχαμε βραχυκυκλώσει
εσείς είχατε βραχυκυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βραχυκυκλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βραχυκυκλώσει
εσύ θα έχεις βραχυκυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βραχυκυκλώσει
εμείς θα έχουμε βραχυκυκλώσει
εσείς θα έχετε βραχυκυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βραχυκυκλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βραχυκύκλωνε
(εσείς) βραχυκυκλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βραχυκύκλωσε
(εσείς) βραχυκυκλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βραχυκυκλώνομαι
εσύ βραχυκυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκυκλώνεται
εμείς βραχυκυκλωνόμαστε
εσείς βραχυκυκλώνεστε / βραχυκυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκυκλώνονται
Παρατατικός
εγώ βραχυκυκλωνόμουν / βραχυκυκλωνόμουνα
εσύ βραχυκυκλωνόσουν / βραχυκυκλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκυκλωνόταν / βραχυκυκλωνότανε
εμείς βραχυκυκλωνόμασταν / βραχυκυκλωνόμαστε
εσείς βραχυκυκλωνόσασταν / βραχυκυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκυκλώνονταν / βραχυκυκλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ βραχυκυκλώθηκα
εσύ βραχυκυκλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βραχυκυκλώθηκε
εμείς βραχυκυκλωθήκαμε
εσείς βραχυκυκλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βραχυκυκλώθηκαν / βραχυκυκλωθήκαν / βραχυκυκλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βραχυκυκλώνομαι
εσύ θα βραχυκυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βραχυκυκλώνεται
εμείς θα βραχυκυκλωνόμαστε
εσείς θα βραχυκυκλώνεστε / θα βραχυκυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βραχυκυκλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βραχυκυκλωθώ
εσύ θα βραχυκυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βραχυκυκλωθεί
εμείς θα βραχυκυκλωθούμε
εσείς θα βραχυκυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βραχυκυκλωθούν / θα βραχυκυκλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βραχυκυκλωθώ
εσύ να βραχυκυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βραχυκυκλωθεί
εμείς να βραχυκυκλωθούμε
εσείς να βραχυκυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βραχυκυκλωθούν / βραχυκυκλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βραχυκυκλωθεί
εσύ έχεις βραχυκυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βραχυκυκλωθεί
εμείς έχουμε βραχυκυκλωθεί
εσείς έχετε βραχυκυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βραχυκυκλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βραχυκυκλωθεί
εσύ είχες βραχυκυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βραχυκυκλωθεί
εμείς είχαμε βραχυκυκλωθεί
εσείς είχατε βραχυκυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βραχυκυκλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βραχυκυκλωθεί
εσύ θα έχεις βραχυκυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βραχυκυκλωθεί
εμείς θα έχουμε βραχυκυκλωθεί
εσείς θα έχετε βραχυκυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βραχυκυκλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βραχυκυκλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βραχυκυκλώσου
(εσείς) βραχυκυκλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βραχυκυκλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βραχυκυκλώσει
Μετοχή παρακειμένου
βραχυκυκλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βραχυκυκλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βραχυκυκλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.