to insult, call names, abuse, run down (to use offensive language against)
Πλήρης κλίση του ρήματος βρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βρίζω
εσύ βρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βρίζει
εμείς βρίζουμε
εσείς βρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βρίζουν / βρίζουνε
Παρατατικός
εγώ έβριζα
εσύ έβριζες
αυτός/αυτή/αυτό έβριζε
εμείς βρίζαμε
εσείς βρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβριζαν / βρίζαν / βρίζανε
Αόριστος
εγώ έβρισα
εσύ έβρισες
αυτός/αυτή/αυτό έβρισε
εμείς βρίσαμε
εσείς βρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβρισαν / βρίσαν / βρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βρίζω
εσύ θα βρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βρίζει
εμείς θα βρίζουμε
εσείς θα βρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βρίζουν / θα βρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βρίσω
εσύ θα βρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βρίσει
εμείς θα βρίσουμε
εσείς θα βρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βρίσουν / θα βρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βρίσω
εσύ να βρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βρίσει
εμείς να βρίσουμε
εσείς να βρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βρίσουν / βρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βρίσει
εσύ έχεις βρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βρίσει
εμείς έχουμε βρίσει
εσείς έχετε βρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βρίσει
εσύ είχες βρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βρίσει
εμείς είχαμε βρίσει
εσείς είχατε βρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βρίσει
εσύ θα έχεις βρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βρίσει
εμείς θα έχουμε βρίσει
εσείς θα έχετε βρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βρίζε
(εσείς) βρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βρίσε
(εσείς) βρίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βρίζομαι
εσύ βρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βρίζεται
εμείς βριζόμαστε
εσείς βρίζεστε / βριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βρίζονται
Παρατατικός
εγώ βριζόμουν / βριζόμουνα
εσύ βριζόσουν / βριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βριζόταν / βριζότανε
εμείς βριζόμασταν / βριζόμαστε
εσείς βριζόσασταν / βριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βρίζονταν / βριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βρίστηκα
εσύ βρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βρίστηκε
εμείς βριστήκαμε
εσείς βριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βρίστηκαν / βριστήκαν / βριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βρίζομαι
εσύ θα βρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βρίζεται
εμείς θα βριζόμαστε
εσείς θα βρίζεστε / θα βριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βριστώ
εσύ θα βριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βριστεί
εμείς θα βριστούμε
εσείς θα βριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βριστούν / θα βριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βριστώ
εσύ να βριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βριστεί
εμείς να βριστούμε
εσείς να βριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βριστούν / βριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βριστεί
εσύ έχεις βριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βριστεί
εμείς έχουμε βριστεί
εσείς έχετε βριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βριστεί
εσύ είχες βριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βριστεί
εμείς είχαμε βριστεί
εσείς είχατε βριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βριστεί
εσύ θα έχεις βριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βριστεί
εμείς θα έχουμε βριστεί
εσείς θα έχετε βριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βρίσου
(εσείς) βριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βρίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βρίσει
Μετοχή παρακειμένου
βρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βρίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.