Κλίση του ρήματος βουτυρώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βουτυρώνω
to butter (treated or coated with butter)
Πλήρης κλίση του ρήματος βουτυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βουτυρώνω
εσύ βουτυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό βουτυρώνει
εμείς βουτυρώνουμε
εσείς βουτυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτυρώνουν / βουτυρώνουνε

Παρατατικός

εγώ βουτύρωνα
εσύ βουτύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό βουτύρωνε
εμείς βουτυρώναμε
εσείς βουτυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτύρωναν / βουτυρώναν / βουτυρώνανε

Αόριστος

εγώ βουτύρωσα
εσύ βουτύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό βουτύρωσε
εμείς βουτυρώσαμε
εσείς βουτυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτύρωσαν / βουτυρώσαν / βουτυρώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βουτυρώνω
εσύ θα βουτυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουτυρώνει
εμείς θα βουτυρώνουμε
εσείς θα βουτυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουτυρώνουν / θα βουτυρώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βουτυρώσω
εσύ θα βουτυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουτυρώσει
εμείς θα βουτυρώσουμε
εσείς θα βουτυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουτυρώσουν / θα βουτυρώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βουτυρώσω
εσύ να βουτυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βουτυρώσει
εμείς να βουτυρώσουμε
εσείς να βουτυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βουτυρώσουν / βουτυρώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βουτυρώσει
εσύ έχεις βουτυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βουτυρώσει
εμείς έχουμε βουτυρώσει
εσείς έχετε βουτυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βουτυρώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βουτυρώσει
εσύ είχες βουτυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βουτυρώσει
εμείς είχαμε βουτυρώσει
εσείς είχατε βουτυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βουτυρώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βουτυρώσει
εσύ θα έχεις βουτυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βουτυρώσει
εμείς θα έχουμε βουτυρώσει
εσείς θα έχετε βουτυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βουτυρώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βουτύρωνε
(εσείς) βουτυρώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βουτύρωσε
(εσείς) βουτυρώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βουτυρώνομαι
εσύ βουτυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βουτυρώνεται
εμείς βουτυρωνόμαστε
εσείς βουτυρώνεστε / βουτυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτυρώνονται

Παρατατικός

εγώ βουτυρωνόμουν / βουτυρωνόμουνα
εσύ βουτυρωνόσουν / βουτυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βουτυρωνόταν / βουτυρωνότανε
εμείς βουτυρωνόμασταν / βουτυρωνόμαστε
εσείς βουτυρωνόσασταν / βουτυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτυρώνονταν / βουτυρωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ βουτυρώθηκα
εσύ βουτυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βουτυρώθηκε
εμείς βουτυρωθήκαμε
εσείς βουτυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βουτυρώθηκαν / βουτυρωθήκαν / βουτυρωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βουτυρώνομαι
εσύ θα βουτυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βουτυρώνεται
εμείς θα βουτυρωνόμαστε
εσείς θα βουτυρώνεστε / θα βουτυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουτυρώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βουτυρωθώ
εσύ θα βουτυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βουτυρωθεί
εμείς θα βουτυρωθούμε
εσείς θα βουτυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουτυρωθούν / θα βουτυρωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βουτυρωθώ
εσύ να βουτυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βουτυρωθεί
εμείς να βουτυρωθούμε
εσείς να βουτυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βουτυρωθούν / βουτυρωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βουτυρωθεί
εσύ έχεις βουτυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βουτυρωθεί
εμείς έχουμε βουτυρωθεί
εσείς έχετε βουτυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βουτυρωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βουτυρωθεί
εσύ είχες βουτυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βουτυρωθεί
εμείς είχαμε βουτυρωθεί
εσείς είχατε βουτυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βουτυρωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βουτυρωθεί
εσύ θα έχεις βουτυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βουτυρωθεί
εμείς θα έχουμε βουτυρωθεί
εσείς θα έχετε βουτυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βουτυρωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βουτυρώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βουτυρώσου
(εσείς) βουτυρωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βουτυρώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βουτυρώσει

Μετοχή παρακειμένου

βουτυρωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βουτυρώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βουτυρωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.