to brush (to clean with a brush)
Πλήρης κλίση του ρήματος βουρτσίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βουρτσίζω
εσύ βουρτσίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βουρτσίζει
εμείς βουρτσίζουμε
εσείς βουρτσίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βουρτσίζουν / βουρτσίζουνε
Παρατατικός
εγώ βούρτσιζα
εσύ βούρτσιζες
αυτός/αυτή/αυτό βούρτσιζε
εμείς βουρτσίζαμε
εσείς βουρτσίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βούρτσιζαν / βουρτσίζαν / βουρτσίζανε
Αόριστος
εγώ βούρτσισα
εσύ βούρτσισες
αυτός/αυτή/αυτό βούρτσισε
εμείς βουρτσίσαμε
εσείς βουρτσίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βούρτσισαν / βουρτσίσαν / βουρτσίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βουρτσίζω
εσύ θα βουρτσίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουρτσίζει
εμείς θα βουρτσίζουμε
εσείς θα βουρτσίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουρτσίζουν / θα βουρτσίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουρτσίσω
εσύ θα βουρτσίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουρτσίσει
εμείς θα βουρτσίσουμε
εσείς θα βουρτσίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουρτσίσουν / θα βουρτσίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βουρτσίσω
εσύ να βουρτσίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βουρτσίσει
εμείς να βουρτσίσουμε
εσείς να βουρτσίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βουρτσίσουν / βουρτσίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βουρτσίσει
εσύ έχεις βουρτσίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βουρτσίσει
εμείς έχουμε βουρτσίσει
εσείς έχετε βουρτσίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βουρτσίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βουρτσίσει
εσύ είχες βουρτσίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βουρτσίσει
εμείς είχαμε βουρτσίσει
εσείς είχατε βουρτσίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βουρτσίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βουρτσίσει
εσύ θα έχεις βουρτσίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βουρτσίσει
εμείς θα έχουμε βουρτσίσει
εσείς θα έχετε βουρτσίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βουρτσίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βούρτσιζε
(εσείς) βουρτσίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βούρτσισε
(εσείς) βουρτσίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βουρτσίζομαι
εσύ βουρτσίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βουρτσίζεται
εμείς βουρτσιζόμαστε
εσείς βουρτσίζεστε / βουρτσιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βουρτσίζονται
Παρατατικός
εγώ βουρτσιζόμουν / βουρτσιζόμουνα
εσύ βουρτσιζόσουν / βουρτσιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βουρτσιζόταν / βουρτσιζότανε
εμείς βουρτσιζόμασταν / βουρτσιζόμαστε
εσείς βουρτσιζόσασταν / βουρτσιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βουρτσίζονταν / βουρτσιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βουρτσίστηκα
εσύ βουρτσίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βουρτσίστηκε
εμείς βουρτσιστήκαμε
εσείς βουρτσιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βουρτσίστηκαν / βουρτσιστήκαν / βουρτσιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βουρτσίζομαι
εσύ θα βουρτσίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βουρτσίζεται
εμείς θα βουρτσιζόμαστε
εσείς θα βουρτσίζεστε / θα βουρτσιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουρτσίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουρτσιστώ
εσύ θα βουρτσιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βουρτσιστεί
εμείς θα βουρτσιστούμε
εσείς θα βουρτσιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουρτσιστούν / θα βουρτσιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βουρτσιστώ
εσύ να βουρτσιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βουρτσιστεί
εμείς να βουρτσιστούμε
εσείς να βουρτσιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βουρτσιστούν / βουρτσιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βουρτσιστεί
εσύ έχεις βουρτσιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βουρτσιστεί
εμείς έχουμε βουρτσιστεί
εσείς έχετε βουρτσιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βουρτσιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βουρτσιστεί
εσύ είχες βουρτσιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βουρτσιστεί
εμείς είχαμε βουρτσιστεί
εσείς είχατε βουρτσιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βουρτσιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βουρτσιστεί
εσύ θα έχεις βουρτσιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βουρτσιστεί
εμείς θα έχουμε βουρτσιστεί
εσείς θα έχετε βουρτσιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βουρτσιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βουρτσίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βουρτσίσου
(εσείς) βουρτσιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βουρτσίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βουρτσίσει
Μετοχή παρακειμένου
βουρτσισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βουρτσίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βουρτσιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.