to sink, bring down
Πλήρης κλίση του ρήματος βουλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βουλιάζω
εσύ βουλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό βουλιάζει
εμείς βουλιάζουμε
εσείς βουλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βουλιάζουν / βουλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ βούλιαζα
εσύ βούλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό βούλιαζε
εμείς βουλιάζαμε
εσείς βουλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βούλιαζαν / βουλιάζαν / βουλιάζανε
Αόριστος
εγώ βούλιαξα
εσύ βούλιαξες
αυτός/αυτή/αυτό βούλιαξε
εμείς βουλιάξαμε
εσείς βουλιάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά βούλιαξαν / βουλιάξαν / βουλιάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βουλιάζω
εσύ θα βουλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουλιάζει
εμείς θα βουλιάζουμε
εσείς θα βουλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουλιάζουν / θα βουλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουλιάξω
εσύ θα βουλιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βουλιάξει
εμείς θα βουλιάξουμε
εσείς θα βουλιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βουλιάξουν / θα βουλιάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βουλιάξω
εσύ να βουλιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να βουλιάξει
εμείς να βουλιάξουμε
εσείς να βουλιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βουλιάξουν / βουλιάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βουλιάξει
εσύ έχεις βουλιάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βουλιάξει
εμείς έχουμε βουλιάξει
εσείς έχετε βουλιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βουλιάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βουλιάξει
εσύ είχες βουλιάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βουλιάξει
εμείς είχαμε βουλιάξει
εσείς είχατε βουλιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βουλιάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βουλιάξει
εσύ θα έχεις βουλιάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βουλιάξει
εμείς θα έχουμε βουλιάξει
εσείς θα έχετε βουλιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βουλιάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βούλιαζε
(εσείς) βουλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βούλιαξε / βούλιαχ'
(εσείς) βουλιάξτε / βουλιάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βουλιάζοντας / έχοντας βουλιάξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
βουλιαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βουλιάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.