to sound out, enquire, investigate
Πλήρης κλίση του ρήματος βολιδοσκοπώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βολιδοσκοπώ
εσύ βολιδοσκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκοπεί
εμείς βολιδοσκοπούμε
εσείς βολιδοσκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκοπούν / βολιδοσκοπούνε
Παρατατικός
εγώ βολιδοσκοπούσα
εσύ βολιδοσκοπούσες
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκοπούσε
εμείς βολιδοσκοπούσαμε
εσείς βολιδοσκοπούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκοπούσαν / βολιδοσκοπούσανε
Αόριστος
εγώ βολιδοσκόπησα
εσύ βολιδοσκόπησες
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκόπησε
εμείς βολιδοσκοπήσαμε
εσείς βολιδοσκοπήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκόπησαν / βολιδοσκοπήσαν / βολιδοσκοπήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βολιδοσκοπώ
εσύ θα βολιδοσκοπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βολιδοσκοπεί
εμείς θα βολιδοσκοπούμε
εσείς θα βολιδοσκοπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολιδοσκοπούν / θα βολιδοσκοπούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βολιδοσκοπήσω
εσύ θα βολιδοσκοπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βολιδοσκοπήσει
εμείς θα βολιδοσκοπήσουμε
εσείς θα βολιδοσκοπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολιδοσκοπήσουν / θα βολιδοσκοπήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βολιδοσκοπήσω
εσύ να βολιδοσκοπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βολιδοσκοπήσει
εμείς να βολιδοσκοπήσουμε
εσείς να βολιδοσκοπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βολιδοσκοπήσουν / βολιδοσκοπήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βολιδοσκοπήσει
εσύ έχεις βολιδοσκοπήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βολιδοσκοπήσει
εμείς έχουμε βολιδοσκοπήσει
εσείς έχετε βολιδοσκοπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βολιδοσκοπήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βολιδοσκοπήσει
εσύ είχες βολιδοσκοπήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βολιδοσκοπήσει
εμείς είχαμε βολιδοσκοπήσει
εσείς είχατε βολιδοσκοπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βολιδοσκοπήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βολιδοσκοπήσει
εσύ θα έχεις βολιδοσκοπήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βολιδοσκοπήσει
εμείς θα έχουμε βολιδοσκοπήσει
εσείς θα έχετε βολιδοσκοπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βολιδοσκοπήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βολιδοσκοπείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βολιδοσκόπησε
(εσείς) βολιδοσκοπήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βολιδοσκοπούμαι
εσύ βολιδοσκοπείσαι
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκοπείται
εμείς βολιδοσκοπούμαστε
εσείς βολιδοσκοπείστε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκοπούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκοπούνταν / βολιδοσκοπείτο
εμείς βολιδοσκοπούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκοπούνταν / βολιδοσκοπούντο
Αόριστος
εγώ βολιδοσκοπήθηκα
εσύ βολιδοσκοπήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βολιδοσκοπήθηκε
εμείς βολιδοσκοπηθήκαμε
εσείς βολιδοσκοπηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βολιδοσκοπήθηκαν / βολιδοσκοπηθήκαν / βολιδοσκοπηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βολιδοσκοπούμαι
εσύ θα βολιδοσκοπείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βολιδοσκοπείται
εμείς θα βολιδοσκοπούμαστε
εσείς θα βολιδοσκοπείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολιδοσκοπούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βολιδοσκοπηθώ
εσύ θα βολιδοσκοπηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βολιδοσκοπηθεί
εμείς θα βολιδοσκοπηθούμε
εσείς θα βολιδοσκοπηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολιδοσκοπηθούν / θα βολιδοσκοπηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βολιδοσκοπηθώ
εσύ να βολιδοσκοπηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βολιδοσκοπηθεί
εμείς να βολιδοσκοπηθούμε
εσείς να βολιδοσκοπηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βολιδοσκοπηθούν / βολιδοσκοπηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βολιδοσκοπηθεί
εσύ έχεις βολιδοσκοπηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βολιδοσκοπηθεί
εμείς έχουμε βολιδοσκοπηθεί
εσείς έχετε βολιδοσκοπηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βολιδοσκοπηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βολιδοσκοπηθεί
εσύ είχες βολιδοσκοπηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βολιδοσκοπηθεί
εμείς είχαμε βολιδοσκοπηθεί
εσείς είχατε βολιδοσκοπηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βολιδοσκοπηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βολιδοσκοπηθεί
εσύ θα έχεις βολιδοσκοπηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βολιδοσκοπηθεί
εμείς θα έχουμε βολιδοσκοπηθεί
εσείς θα έχετε βολιδοσκοπηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βολιδοσκοπηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βολιδοσκοπείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βολιδοσκοπήσου
(εσείς) βολιδοσκοπηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βολιδοσκοπώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βολιδοσκοπήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
βολιδοσκοπούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
βολιδοσκοπημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βολιδοσκοπήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βολιδοσκοπηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.