Κλίση του ρήματος βολεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βολεύω
to arrange, fit into
Πλήρης κλίση του ρήματος βολεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βολεύω
εσύ βολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό βολεύει
εμείς βολεύουμε
εσείς βολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά βολεύουν / βολεύουνε

Παρατατικός

εγώ βόλευα
εσύ βόλευες
αυτός/αυτή/αυτό βόλευε
εμείς βολεύαμε
εσείς βολεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά βόλευαν / βολεύαν / βολεύανε

Αόριστος

εγώ βόλεψα
εσύ βόλεψες
αυτός/αυτή/αυτό βόλεψε
εμείς βολέψαμε
εσείς βολέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά βόλεψαν / βολέψαν / βολέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βολεύω
εσύ θα βολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βολεύει
εμείς θα βολεύουμε
εσείς θα βολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολεύουν / θα βολεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βολέψω
εσύ θα βολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βολέψει
εμείς θα βολέψουμε
εσείς θα βολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολέψουν / θα βολέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βολέψω
εσύ να βολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να βολέψει
εμείς να βολέψουμε
εσείς να βολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βολέψουν / βολέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βολέψει
εσύ έχεις βολέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βολέψει
εμείς έχουμε βολέψει
εσείς έχετε βολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βολέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βολέψει
εσύ είχες βολέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βολέψει
εμείς είχαμε βολέψει
εσείς είχατε βολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βολέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βολέψει
εσύ θα έχεις βολέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βολέψει
εμείς θα έχουμε βολέψει
εσείς θα έχετε βολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βολέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βόλευε
(εσείς) βολεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βόλεψε
(εσείς) βολέψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βολεύομαι
εσύ βολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βολεύεται
εμείς βολευόμαστε
εσείς βολεύεστε / βολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βολεύονται

Παρατατικός

εγώ βολευόμουν / βολευόμουνα
εσύ βολευόσουν / βολευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βολευόταν / βολευότανε
εμείς βολευόμασταν / βολευόμαστε
εσείς βολευόσασταν / βολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βολεύονταν / βολευόντουσαν

Αόριστος

εγώ βολεύτηκα
εσύ βολεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό βολεύτηκε
εμείς βολευτήκαμε
εσείς βολευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βολεύτηκαν / βολευτήκαν / βολευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βολεύομαι
εσύ θα βολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βολεύεται
εμείς θα βολευόμαστε
εσείς θα βολεύεστε / θα βολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βολευτώ
εσύ θα βολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βολευτεί
εμείς θα βολευτούμε
εσείς θα βολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βολευτούν / θα βολευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βολευτώ
εσύ να βολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να βολευτεί
εμείς να βολευτούμε
εσείς να βολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βολευτούν / βολευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βολευτεί
εσύ έχεις βολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βολευτεί
εμείς έχουμε βολευτεί
εσείς έχετε βολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βολευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βολευτεί
εσύ είχες βολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βολευτεί
εμείς είχαμε βολευτεί
εσείς είχατε βολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βολευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βολευτεί
εσύ θα έχεις βολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βολευτεί
εμείς θα έχουμε βολευτεί
εσείς θα έχετε βολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βολευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βολεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βολέψου
(εσείς) βολευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βολεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βολέψει

Μετοχή παρακειμένου

βολεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βολέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βολευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.