Κλίση του ρήματος βλάφτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βλάφτω
alternative form of βλάπτω (vlápto)
Πλήρης κλίση του ρήματος βλάφτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βλάφτω
εσύ βλάφτεις
αυτός/αυτή/αυτό βλάφτει
εμείς βλάφτουμε
εσείς βλάφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά βλάφτουν / βλάφτουνε

Παρατατικός

εγώ έβλαφτα
εσύ έβλαφτες
αυτός/αυτή/αυτό έβλαφτε
εμείς βλάφταμε
εσείς βλάφτατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβλαφταν / βλάφταν / βλάφτανε

Αόριστος

εγώ έβλαψα
εσύ έβλαψες
αυτός/αυτή/αυτό έβλαψε
εμείς βλάψαμε
εσείς βλάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβλαψαν / βλάψαν / βλάψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βλάφτω
εσύ θα βλάφτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βλάφτει
εμείς θα βλάφτουμε
εσείς θα βλάφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βλάφτουν / θα βλάφτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βλάψω
εσύ θα βλάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βλάψει
εμείς θα βλάψουμε
εσείς θα βλάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βλάψουν / θα βλάψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βλάψω
εσύ να βλάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να βλάψει
εμείς να βλάψουμε
εσείς να βλάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βλάψουν / βλάψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βλάψει
εσύ έχεις βλάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βλάψει
εμείς έχουμε βλάψει
εσείς έχετε βλάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βλάψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βλάψει
εσύ είχες βλάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βλάψει
εμείς είχαμε βλάψει
εσείς είχατε βλάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βλάψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βλάψει
εσύ θα έχεις βλάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βλάψει
εμείς θα έχουμε βλάψει
εσείς θα έχετε βλάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βλάψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βλάφτε
(εσείς) βλάφτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βλάψε / βλάφ'
(εσείς) βλάψτε / βλάφτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βλάφτομαι
εσύ βλάφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βλάφτεται
εμείς βλαφτόμαστε
εσείς βλάφτεστε / βλαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βλάφτονται

Παρατατικός

εγώ βλαφτόμουν / βλαφτόμουνα
εσύ βλαφτόσουν / βλαφτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βλαφτόταν / βλαφτότανε
εμείς βλαφτόμασταν / βλαφτόμαστε
εσείς βλαφτόσασταν / βλαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βλάφτονταν / βλαφτόντουσαν

Αόριστος

εγώ βλάφτηκα
εσύ βλάφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό βλάφτηκε
εμείς βλαφτήκαμε
εσείς βλαφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βλάφτηκαν / βλαφτήκαν / βλαφτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βλάφτομαι
εσύ θα βλάφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βλάφτεται
εμείς θα βλαφτόμαστε
εσείς θα βλάφτεστε / θα βλαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βλάφτονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βλαφτώ
εσύ θα βλαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βλαφτεί
εμείς θα βλαφτούμε
εσείς θα βλαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βλαφτούν / θα βλαφτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βλαφτώ
εσύ να βλαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να βλαφτεί
εμείς να βλαφτούμε
εσείς να βλαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βλαφτούν / βλαφτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βλαφτεί
εσύ έχεις βλαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βλαφτεί
εμείς έχουμε βλαφτεί
εσείς έχετε βλαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βλαφτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βλαφτεί
εσύ είχες βλαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βλαφτεί
εμείς είχαμε βλαφτεί
εσείς είχατε βλαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βλαφτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βλαφτεί
εσύ θα έχεις βλαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βλαφτεί
εμείς θα έχουμε βλαφτεί
εσείς θα έχετε βλαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βλαφτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βλάφτεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βλάψου
(εσείς) βλαφτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βλάφτοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βλάψει

Μετοχή παρακειμένου

βλαμμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βλάψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βλαφτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.